Ανοιγοκλείνω τα μάτια ή δεν τα ανοιγοκλείνω; Νιώθω σίγουρα μια σύσπαση στο μάτι, ένα «τικ» χτυπάει επαναλαμβανόμενα στο βλέφαρο. Στο αριστερό μάτι, και ίσως είναι απλή διαταραχή του κυκλοφορικού. Πιθανώς ασήμαντη διαταραχή. Πιθανώς όχι ακριβώς ανεξήγητο ανοιγοκλείσιμο. Είμαι ακόμη σε κακή κατάσταση, είμαι κουρασμένος, εξαντλημένος, σε απόγνωση, νεκρός. Ξυπνάω; Γιατί; Είμαι τέτοιο ράκος που πρέπει αμέσως να ξανακοιμηθώ να μη βλέπω καθόλου γύρω μου. Με απασχολούσε άραγε κάτι προχθές; Πριν απ’ όλα αυτά είχα ζωή; Πριν συμβεί ό,τι συνέβη, γινόταν κάτι που αξίζει να θυμηθώ; Περιμένω κάτι από το παρελθόν; Περιμένω δηλαδή να θυμηθώ κάτι που ξεχνάω; Έχω παρελθόν; Πού χάθηκε ό,τι γινόταν πριν; Και μήπως λίγο πριν, θυμόμουν κάτι για πιο πριν; Μήπως κι από πριν δεν είχα ξεχάσει το πριν, αν υπήρχε κάτι εκεί; Τώρα ξυπνάω από λήθαργο. Κι όμως δεν μπορώ να βγω ακριβώς έξω από το λήθαργο, δεν θυμάμαι τι ήταν πριν από αυτόν, δεν θυμάμαι την αρχή του, μήπως δεν είναι λήθαργος λοιπόν αλλά κανονική κατάσταση.
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Στο κέντρο του Κάλιαρι, ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο, μεγάλος φαν του αστυνομικού μυθιστορήματος, άνοιξε το Les Chats Noirs, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που πήρε το όνομά του από τις δυο μαύρες γάτες, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό, που εμφανίστηκαν μια μέρα στην πόρτα του, τις υιοθέτησε διστακτικά και από τότε έγιναν η ατραξιόν του καταστήματος, που ειδικεύεται στο είδος. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης οι «ντετέκτιβ της Τρίτης», μια παρέα ετερόκλητη αλλά δεμένη. Πριν από έναν χρόνο μάλιστα η λέσχη κατάφερε να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης, την οποία όλοι θεωρούσαν χαμένη από χέρι. Τώρα η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε επιστρέφει για να ζητήσει τη συνδρομή τους σε μια νέα έρευνα. Θα καταφέρουν οι «ντετέκτιβ της Τρίτης» να εξιχνιάσουν και αυτή την υπόθεση και να βοηθήσουν την αστυνομία να σταματήσει τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει;
Ο Pulixi υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο σασπένς και ειρωνεία, που μιλάει για τα βιβλία και αποτίνει φόρο τιμής στα κλασικά του είδους.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




