Για κάθε ποιητική πρόζα έρχεται –ή τουλάχιστον θα ήταν δίκαιο, έστω για μία φορά, να έρθει–, η στιγμή που θα αφιερωθεί σε μια πτώση και στα επακόλουθά της, στα παντός τύπου μπαλκόνια, στη Σελήνη και στις ιδιοτροπίες των αναβατών της, στον έρωτα και τις απόπειρές του, στους αναπάντεχους κινδύνους. Κι αν είναι αρκετά τυχερή, θα μιλήσει ακόμη και για τον ίδιο τον εαυτό της, ακόμη και για το τελευταίο ξήλωμα των σκηνικών, ακόμη και για γρίφους ή πολιτική. Κι όταν πλέον θα νομίζει ότι δεν έχει κάτι άλλο να πει, θα θυμηθεί να αισιοδοξήσει μπροστά από έναν καθρέφτη.
Σταυρούλα Παπαδάκη
Τι είναι αυτό που δεν αντέχεται –εκτός από όλα; Πως ο ξενιστής γεννάει τον ξένο Επιτρέπεται οι κήποι μας να κοιτούν προς τα έξω; Γιατί τα κορίτσια βιάζονται;
Είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που διατυπώνει η ποιητική συλλογή της Σταυρούλας Παπαδάκη με τίτλο «Και ο κόσμος τις θα πει;» πιάνοντας το νήμα των λέξεων και επιχειρώντας μέσα από αυτές να δώσει λύση στο εξής πρόβλημα: Γιατί μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να δίνουμε βαρύτητα στο “τι θα πει ο κόσμος” και απομακρυνόμαστε από τους δικούς μας μικρόκοσμους, προδίδοντας ό,τι υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει σε αυτούς;
Ποιος είναι αυτός ο κόσμος που όλο λέει, τι λέει στα αλήθεια και πότε θα σταματήσουμε να τον ακούμε περισσότερο από την ίδια μας τη φωνή; Τα ποιήματα της συλλογής αποτελούν μιαν άσκηση του ανθρώπου, που επιχειρεί να διεκδικήσει την ελευθερία του ψηλαφώντας τον δρόμο από και προς τα μέσα και λεκτικό αντηχείο παράλληλα όλων των ανησυχιών της γυναικείας ύπαρξης που αγωνίζεται να πραγματωθεί πέρα από δοσμένους ρόλους και νόρμες.
Μια προσπάθεια αποτύπωσης της ιδανικής εκείνης συνθήκης κατά την οποία μάς επιτρέπουμε να ζούμε στον κόσμο μας διατηρώντας τη θέα στον κόσμο των άλλων και καταγραφής μιας ανθρώπινης πορείας που πασχίζει για την έμφυλη χειραφέτηση και την κάθε είδους ελευθερία.
Υπάρχουν κάποιες μέρες
πιο ήσυχες από τις άλλες
που δε χτυπούν τηλέφωνα
οι καμπάνες
και οι φλέβες μας για ζωή
εκείνες τις μέρες προσέχω μετράω ξανά και ξανά ό,τι έχω στις μύτες πατάω
την ανάσα κρατάω
και στον φόβο μου λέω
αν έρθει
κάπως έτσι θα είναι
του θανάτου μου η βόλτα
μια παχιά ησυχία
να ξαπλώσουν πουλιά
και εγώ πια απρόσεχτη
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




