Ποιήματα 1943-1987

18.17

Συγγραφέας:
Εκδόσεις:

Επιμέλεια: Σταύρος Πετσόπουλος
Σελίδες: 528

Διατίθεται άμεσα και από τα γραφεία της LiFO, Boυλής 22, 6ος όροφος, Σύνταγμα.
Ώρες γραφείου (10:00-17:00). Τηλ. 210-3254290

Διατίθεται μόνο για αγορά online μέσω του lifoshop.gr

Η αγορά παλιών τευχών της LiFO αποτελεί ξεχωριστή λειτουργία του Shop.

Οι παραγγελίες για τα τεύχη της LiFO θα γίνονται ξεχωριστά και θα αποστέλλονται ξεχωριστά από άλλες αγορές από το LiFO Shop.

Tα έξοδα αποστολής υπολογίζονται για κάθε τεύχος ξεχωριστά.

Κωδικός προϊόντος: LF-BK-11700 Κατηγορία:

Όσοι αγόρασαν αυτό το προϊόν, επέλεξαν επίσης

Έκτωρ Κακναβάτος

Η νέα ετούτη ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου περιλαμβάνει 21 ποιητικά κείμενα (σε στίχο ή σε πρόζα), πάντα στο στερέωμα της υπερρεαλιστικής γραφής και πάντα ξέχειλα νεανικής ακμής, αστείρευτης λεξιλογικής θήρας και γλώσσας παλλομένης.

8.78

Ποίηση

Ακαρεί

Έκτωρ Κακναβάτος

Απόσπασμα

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ
Καταλογάδην οι ηδύτητες
κι η σάρκα στον αέρα με
αλλόφρονες σειρήνες.

Οπιομανής ο Απόλλωνας διασύρεται
στα χρηματιστήρια των ηδονών

Άι Ηράκλειτε των ροών
το σπέρμα έμφλογο σ’ επικυρώνει.

10.25

Ποίηση

Χαοτικά 1

Έκτωρ Κακναβάτος

Η στέγη μου κάποτε με χελιδόνια τώρα με σκορπιούς Θρασύ το λάθος περιφέρει το λοφίο του ξωπίσω του λαός οι άνοες αλαλάζουν Φίλτρα της ακοής μου αντισταθείτε. [Από την έκδοση]

11.31

Ποίηση

Είκοσι

Παντελής Μπουκάλας

Είκοσι αριθμημένα ποιήματα, τρία ανάριθμα, ένα εισαγωγικό τρίστιχο και ένα καταληκτικό κομμάτι των δεκατριών στίχων απαρτίζουν το Είκοσι, τη νέα ποιητική συλλογή του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για τα τεκμήρια ενός πολέμου από εκείνους που όντως δεν τους μέλλεται να τελειώσουν ποτέ: του πολέμου με μια μαύρη τρύπα που δεν είναι μέσα σου αλλά σε περιέχει ολόκληρο. Κάθε τεκμήριο δοκιμάζει τη δική του εκδοχή φωνής, από τις πολλές που έχει να σου προσφέρει η ελληνική ποίηση, σαν μιας κάποιας ισχύος όπλα για να ξεγελάσεις τον Αγέλαστο και να μιλήσεις το πένθος, το πιο βαρύ απ’ όσα έχουν γραφτεί του ανθρώπου: το πένθος του γονιού για το παιδί του. Να τρέψεις σε λόγο την αδειοσύνη, μολονότι νιώθεις πια τις λέξεις απελπιστικά αδύναμες, σχεδόν άδικες μπροστά στο μέγα γεγονός που καλούνται να συλλαβίσουν. Για να επιστρέψεις από τον άναυδο πόνο, την παραιτημένη σιωπή, ή από τον τρόπο του ουρλιαχτού στον συνταγμένο κόσμο θα δοκιμάσεις και θα δοκιμαστείς σε όλες τις φωνές. Στη φωνή της αφήγησης, που εκτείνει το πεδίο της μνήμης ανακαλώντας θραυσμένες αλληλουχίες στιγμών και επιχειρώντας με την ιστόρηση να συγκρατήσει θερμό ό,τι απειλείται από τον παγετώνα της απώλειας. Στη φωνή της συμπύκνωσης, που διατηρεί μόνο έναν πυρήνα γυμνών λέξεων. Στην έμμετρη φωνή και στη φωνή του ελευθερωμένου στίχου. Στη φωνή της επιτάφιας ποίησης και του δημοτικού μοιρολογιού αλλά και στη φωνή της απαντοχής, της μη παραίτησης, της μη καταβύθισης, έτσι όπως τη συνοψίζει το παράγγελμα του ποντιακού τραγουδιού: «Βάσταξον, καρδιά, βάσταξον, αν θελτς και αν ’κί θέλεις». Αλλ’ όσο βαστιέσαι απ’ το κλαδάκι που σου προσφέρει ο στίχος του Πόντου, η λερναία πίκρα μέσα σου σε κόβει στα δυο, μοιρολογώντας με τον τρόπο του ριζίτικου τραγουδιού για τον άγουρο που «νιότη δεν εχάρη», γιατί τον πρόλαβε -στα ωραία είκοσί του- ο «σκληροκάρδης», με την μπαμπεσιά που δίκαια του αποδίδει η δημοτική μας ποίηση: «Χριστέ, και να ’τον παρεμπρός, και να ’τον παραπίσω». Αυτό το ψυχοφάγο «αν», το μάταιο «μακάρι», απευθυνόμενο σε θεότητες άφαντες ή αδιάφορες, τσακίζει και κόκαλα που πίστεψαν αναίτια πως ανήκουν στα γερά. Σε μια τριχούλα ακροβατεί ο βίος των βροτών. Σε μια τριχούλα που κόβει βιαιότατα κι απότομα τον κόσμο και τον χρόνο στα δύο, στον φαρμακωμένο ενεστώτα και στον αδυσώπητο αόριστο, στο εδώ και στο εκεί. Ναι. Μάλλον δεν λάθεψαν οι γνωστικοί αρχαίοι που μια από τις μυθολογικές τους αφηγήσεις για τη χαμένη αθανασία τη συνάρτησαν με μια τρίχα στην κεφαλή του Πτερέλαου, βασιλιά των Ταφίων· εύκολο ήταν να κοπεί, πάντα με μπαμπεσιά, εύκολο να γυρίσει ο άνθρωπος στη θνητότητά του. Μόνη αθανασία του, η μνήμη.

11.99

Έμιλυ Ντίκινσον

Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]

33.92