Η τετραλογία της Νάπολης – Βιβλίο Τέταρτο – Η ιστορία της χαμένης κόρης

13.09

Συγγραφέας:
Εκδόσεις:

Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Σελίδες: 574

Διατίθεται άμεσα και από τα γραφεία της LiFO, Boυλής 22, 6ος όροφος, Σύνταγμα.
Ώρες γραφείου (10:00-17:00). Τηλ. 210-3254290

Διατίθεται μόνο για αγορά online μέσω του lifoshop.gr

Η αγορά παλιών τευχών της LiFO αποτελεί ξεχωριστή λειτουργία του Shop.

Οι παραγγελίες για τα τεύχη της LiFO θα γίνονται ξεχωριστά και θα αποστέλλονται ξεχωριστά από άλλες αγορές από το LiFO Shop.

Tα έξοδα αποστολής υπολογίζονται για κάθε τεύχος ξεχωριστά.

Κωδικός προϊόντος: LI-BK-114 Κατηγορίες: , Ετικέτες: ,

Όσοι αγόρασαν αυτό το προϊόν, επέλεξαν επίσης

Μαρσέλ Προυστ

“Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε!” Είναι απίστευτο πως η οδύνη διεισδύει με περισσότερη οξυδέρκεια στα ζητήματα της ψυχής από την ίδια την ψυχολογία! Δεν είχε κυλήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που, αναλύοντας τα συναισθήματά μου, είχα σχηματίσει την πεποίθηση πως ο οριστικός αυτός χωρισμός ήταν ακριβώς εκείνο που επιθυμούσα και, συγκρίνοντας την ένδεια των απολαύσεων πού μου πρόσφερε η Αλμπερτίν με την πληθώρα των απολαύσεων τις οποίες μου στερούσε, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα, πιστεύοντας βέβαια πως η σκέψη μου διέθετε την απαραίτητη διεισδυτικότητα, ότι δεν ήθελα πια να τη βλέπω, ότι δεν ήμουν πλέον ερωτευμένος μαζί της. Εντούτοις τα λόγια: “Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε” είχαν σε τέτοιο βαθμό ραγίσει την καρδιά μου που ένιωθα ότι δεν θ’ άντεχα για πολύ. Έτσι εκείνο που θεωρούσα μηδαμινό ήταν τελικά ο πυρήνας της ζωής μου.

23.70

Μαρσέλ Προυστ

Με την κυκλοφορία του Ανακτημένου Χρόνου, της έβδομης και τελευταίας ενότητας του μυθιστορηματικού κύκλου του Μαρσέλ Προυστ, ολοκληρώνεται μια μεταφραστική εργασία που ξεκίνησε το 1969 και διακόπηκε στα μέσα του πέμπτου τόμου, της Φυλακισμένης, με τον αδόκητο θάνατο του Παύλου Ζάννα, το 1989. Στη συνέχεια πήρε το νήμα ο Παναγιώτης Πούλος ο οποίος μετέφρασε το δεύτερο ήμισυ της Φυλακισμένης, την Αλμπερτίν αγνοούμενη, μετάφραση η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης (2015), και, τέλος, τον Ανακτημένο Χρόνο.

Παράλληλα, ο Παναγιώτης Πούλος προχώρησε σε μια αναθεώρηση των πρώτων τόμων με βάση τις νεότερες εκδόσεις του έργου του Προυστ και τα πορίσματα των πρόσφατων ερευνών και υπομνημάτισε το συνολικό έργο με πλήθος σημειώσεων, πραγματολογικών, ερμηνευτικών και ενδοκειμενικών, οι οποίες συνοδεύουν τον αναγνώστη στην περιήγησή του σ’ αυτό το σύνθετο και πολυσχιδές έργο, το οποίο έχει σημαδέψει αυτό που αποκαλούμε νεοτερικότητα.

Έτσι, η πρώτη ελληνική έκδοση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ενός έργου τέχνης που έχει ήδη κατακτήσει μέσα από τιςμεταφράσεις του σε πάνω από σαράντα γλώσσες περίοπτη θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελεί πλέον πραγματικότητα.

Οι πυκνές αναφορές του Ανακτημένου Χρόνου σε πάμπολλες πτυχές και διαστάσεις της εργασίας του Μαρσέλ Προυστ, σε συνδυασμό με τις ανακατατάξεις που επιφέρει ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, αναδιαμορφώνουν το τοπίο του μυθιστορήματος και παράλληλα καλούν τον αναγνώστη να ανατρέξει στις ενότητες που έχουν προηγηθεί. Επιπροσθέτως, ο συγγραφέας διατυπώνει με έμμεσο και άμεσο τρόπο τη στάση του απέναντι στην τέχνη, όπως και τα όρια αυτού του ιδιάζοντος λογοτεχνικού εγχειρήματος, συμπεριλαμβανομένων και των ορίων της αντοχής και της χρονικής διάρκειας της ζωής του ιδίου.

Οι δυνάμεις και οι αδυναμίες της καλλιτεχνικής αλήθειας σταθμίζονται με όχημα ένα «εγκάρσιο» βλέμμα, το οποίο δεν παρέχει απλώς στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προσεγγίσει μέσα από μια νέα οπτική γωνία τα όσα έχουν μέχρι τώρα διαμειφθεί, αλλά και τον παροτρύνει να στραφεί προς την κατεύθυνση του μέλλοντος, των κριτικών αποτιμήσεων και των πάσης φύσεως οικειοποιήσεων του προυστικού εγχειρήματος εδώ και έναν αιώνα ― και μάλιστα τον προσκαλεί να γίνει, με τη σειρά του, στο μέτρο των δυνάμεών του, δημιουργός του έργου του και των επιλογών της ίδιας της ζωής του.

Αναδύεται εδώ ένας πρωτότυπος και ιδιαίτερα επίκαιρος στοχασμός για τη σημασία της μαθητείας της Τέχνης στην οικοδόμηση της ατομικής και συλλογικής ζωής, στα συμφραζόμενα μιας ολοένα και πιο γενικευμένης μετάβασης της ανθρωπότητας από τις παραδοσιακές δομές της ύπαρξης στην κατάσταση της νεοτερικότητας.

Οι σημειώσεις, το επίμετρο και η σύνοψη που συνοδεύουν τη μετάφραση στόχο έχουν να υποβοηθήσουν τον αναγνώστη να αποκτήσει επίγνωση τόσο της συνοχής που διέπει το λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όσο και της ποικιλίας των διακυβευμάτων του.

 

24.99

Κλασσική Γραμματεία

Ομήρου Oδύσσεια

Όμηρος

Πρόκειται για την οριστική μορφή της μετάφρασης του ομηρικού έπους από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη. Η πολύχρονη αυτή μεταφραστική περιπλάνηση ξεκίνησε το 1977 με μια πρώιμη, δειγματοληπτική δοκιμή που εμφανίστηκε στο περιοδικό Τέχνη. Έντεκα χρόνια μετά, το 1988, απαγγέλλεται ολόκληρη η πέμπτη ραψωδία στο Φεστιβάλ της Πάτρας. Το ταξίδι θα συνεχιστεί με τη συστηματική μετάφραση του έργου από το 1990 ως το 2001, και καταλήγει σήμερα στον νόστο, στην επιστροφή στη γενέθλια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, και στους κόλπους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της, βρίσκοντας φιλόξενη υποδοχή στην καλαίσθητη μονότομη έκδοση του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών.

Το κείμενο της μετάφρασης προσφέρεται αυτονομημένο από το πρωτότυπο και τα Επιλεγόμενα, διορθωμένο, και σε μονοτονικό σύστημα. Όταν αντικείμενο της μετάφρασης είναι ένα θεμελιακό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και υποκείμενό της ένας δάσκαλος με διπλό εξοπλισμό, φιλολογικό και ποιητικό, με μόνιμο προβληματισμό για τα ομηρικά θέματα και με προσφορά θεωρητική και πρακτική στον χώρο της ενδογλωσσικής μετάφρασης, αυτόματα πλαταίνει και βαθαίνει το ενδιαφέρον τόσο για τη μεταφραστική προσπάθεια όσο και για το τελικό της προϊόν. Η μεταφρασιμότητα των αρχαίων κειμένων, ο χαρακτήρας και ο προσανατολισμός των μεταφραστικών δοκιμών, ιδιαίτερα των ενδογλωσσικών, η απόδοση του αφηγηματικού ειρμού και ρυθμού, η αποφόρτιση του κειμένου από την έντονη παρουσία του μεταφραστή, θεωρητικά διλήμματα, άλλα πλαστά και άλλα πραγματικά, αντιμετωπίζονται στην πράξη. Το αρχαίο κείμενο αφυπνίζεται. Όπως σημειώνει στον Πρόλογό του ο μεταφραστής: “Όποιος διαβάζει με προσοχή την Οδύσσεια αισθάνεται τη μεγάλη απόσταση χώρου και χρόνου από το κείμενό της. Παρά ταύτα, σιγά σιγά αναδύεται η συναίσθηση ότι το ποίημα, ταξιδεύοντας, έρχεται και φεύγει, πλησιάζει και απομακρύνεται, χαμογελώντας άλλοτε με συμπάθεια και άλλοτε με ειρωνεία. Κι αυτό το πήγαινε-έλα καταλήγει σε μια παράξενη φιλοξενία.”

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης ήταν ένας από τους κορυφαίους Νεοέλληνες φιλoλόγους, και διετέλεσε καθηγητής στο Α.Π.Θ. και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου.

26.50

Τζόναθαν Κόου

Η Μαρία είναι μια νεαρή γυναίκα που ζει στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ. Αδιάφορη από επιλογή και αναποφάσιστη από τη φύση της, θεωρεί πως γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα. Δεν επέλεξε να γεννηθεί, ούτε να γίνει αυτό που είναι. Δεν επέλεξε τους ανθρώπους που θα συναντούσε: εγωμανείς, κλεπτομανείς, παρανοϊκούς, φανατικούς θρησκευόμενους, και, τον χειρότερο απ’ όλους, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Μάρτιν.

Ξαφνικά αρχίζει να νιώθει σαν κάποιος να την έχει τοποθετήσει στον κεντρικό ρόλο μιας θλιβερής και κάπως σκληρής μικρής κωμωδίας. Δοκιμάζει όλους τους συνηθισμένους τρόπους για να γεμίσει τον χρόνο της, όπως της έχουν μάθει –μαγειρεύει, βρίσκει δουλειά, γίνεται μητέρα–, όμως η απογοήτευσή της μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Μόνο ο γάτος της, με την ήρεμη αδιαφορία του, της γεννά την ιδέα ότι ίσως μια μορφή ευτυχίας είναι εφικτή. Αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν η ζωή του μοιάζει με διαδοχή από ατυχήματα, από συμπτώσεις…

Θα καταφέρει ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ζωής της ή η ιστορία της είναι καταδικασμένη να τελειώσει όπως άρχισε – κατά τύχη; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στη γυναίκα των συμπτώσεων;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων, περιγράφει τη ζοφερή ιστορία της Μαρίας και των διαψεύσεών της. Με σταθερή πρόθεση τη διαύγεια και την απομυθοποίηση, ο συγγραφέας προχωρά σε μια κατεδάφιση των καθιερωμένων αντιλήψεων περί ευτυχίας, υπονομεύοντας με λεπτή ειρωνεία ό,τι θεωρείται αυτονόητο στην κοινωνική ζωή.

17.70

Ξένη λογοτεχνία

Τα χρόνια

Ανί Ερνό

Μέσα από φωτογραφίες και σκόρπιες αναμνήσεις από γεγονότα, λέξεις και πράγματα, η Annie Ernaux μας συμπαρασύρει σε μια περιδιάβαση στη ζωή της, από τα πρώτα χρόνια μετά τον Πόλεμο, μέχρι και σήμερα. Βιβλία, τραγούδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαφημίσεις και πρωτοσέλιδα δεκαετιών, σε αντίστιξη με προσωπικές συγκρούσεις και σημειώσεις. Τοπική διάλεκτος, λέξεις των καιρών, σλόγκαν, μάρκες και ονόματα για τα αντικείμενα που διαρκώς πληθαίνουν, εδώ αποκτούν φωνή. Η Ernaux κάνει το πέρασμα του χρόνου χειροπιαστό. Ο χρόνος ο ίδιος, ανένδοτος, αφηγείται το πέρασμά του, εξορίζοντας τους άλλους αφηγητές στην ανωνυμία. Ένα νέο είδος αυτοβιογραφίας ξεπροβάλλει, υποκειμενικό κι απρόσωπο, ιδιωτικό και συλλογικό ταυτόχρονα.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού με σκουρόχρωμο μπανιερό σε μια παραλία με βότσαλα. Στο βάθος, οι απόκρημνες ακτές. Κάθεται σ’ έναν επίπεδο βράχο, τα σφριγηλά του πόδια είναι τεντωμένα μπροστά, γέρνει πίσω ακουμπώντας στους αγκώνες, έχει τα μάτια κλειστά, το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο, χαμογελάει. Η μια χοντρή καστανή πλεξούδα είναι ριγμένη μπροστά, η άλλη πίσω στην πλάτη. Όλα μαρτυρούν την επιθυμία του κοριτσιού να ποζάρει σαν τις σταρ στο Cinemonde ή τα μοντέλα στη διαφήμιση του αντιηλιακού Ambre Solaire, να ξεφύγει απ’ το ταπεινωτικό και ασήμαντο κοριτσίστικο κορμί του. Οι μηροί, πιο ωχροί, όπως και τα μπράτσα, πάνω ψηλά,δείχνουν το περίγραμμα ενός φουστανιού, μαρτυρώντας έτσι πως, για τούτο το παιδί, οι διακοπές ή ένα απόγεμα στην ακροθαλασσιά είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Η παραλία είναι έρημη. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: Αύγουστος 1949, Σοτβίλ-σιρ-Μερ.

16.60