Το «Άκου το λιοντάρι» είναι το πορτρέτο μιας αθηναϊκής οικογένειας. Η ιστορία των Λεοντάρηδων μοιάζει με την ιστορία της γειτονιάς τους, της Φωκίωνος Νέγρη, που στη δεκαετία του 1960 και του 1970 ήταν γνωστή με το όνομα Βία Βένετο. Αργότερα, όλα πήγαν στραβά, σχεδόν όλα: οι Λεοντάρηδες χωρίστηκαν σε εχθρικές φατρίες και είχαν το μερίδιό τους σε πόνο, αρρώστια, λάθη κι απογοήτευση. Η Φωκίωνος Νέγρη παρήκμασε μαζί με τους Λεοντάρηδες. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, ο αιφνίδιος θάνατος του Ηλία φέρνει στη μνήμη των επιζώντων μια γιορταστική παιδική ηλικία –στο κέντρο της πόλης και μέχρι την πίστα των Go-karts στην αθηναϊκή Ριβιέρα– και όλες τις χαμένες ελπίδες της νιότης τους.
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Κωνσταντίνος Πουλής
«Άλλοι καλύπτουν δημοσιογραφικά τα εγκαίνια· επίσημοι καλεσμένοι, φωτογραφίσεις, κορδέλες. Εγώ καταφθάνω στη γιορτή όταν υπάρχουν αποφάγια στο πάτωμα».
Με αυτά τα λόγια ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στο τέλος του δημοκρατικού πειράματος των social media. Το βιβλίο αναλύει την πληθώρα των τρόπων (όπως είναι η αλγοριθμική χειραγώγηση, οι σταυροφορίες ενάντια στην «παραπληροφόρηση», η απόλυτη έλλειψη λογοδοσίας για τις πλατφόρμες, οι κρυφές συμφωνίες με κράτη και εταιρείες, ο παρακολουθηματικός χαρακτήρας της διαδικτυακής συζήτησης, σε σχέση με την τηλεόραση) με τους οποίους εξασφαλίζεται ότι η υπόσχεση της ισότιμης πρόσβασης στη δημόσια σφαίρα, που είναι κεντρική υπόσχεση της τεχνολογικής εποχής, θα παραμένει κενό γράμμα. Αυτό μάλιστα δεν αφορά μόνο την πολιτική ενημέρωση, αλλά όλη την επικοινωνία, από την επαγγελματική ζωή μέχρι τη διασκέδαση και τον πολιτισμό.
Η αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου δίνεται από τον συνδυασμό τριών διαπιστώσεων: α) Οι χρήστες είναι εθισμένοι στο σκρολάρισμα, β) περιηγούνται στο διαδίκτυο μέσω των social media, δηλαδή δεν επισκέπτονται ιστοσελίδες, και γ) η διαδικασία προώθησης, απόκρυψης ή διαγραφής των δημοσιεύσεων από τις πλατφόρμες είναι απολύτως αδιαφανής. Ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων συνθέτει ένα μείγμα εκρηκτικό και εξηγεί πώς γίνεται να θριαμβεύει ο συστημικός λόγος παρότι όλοι διαθέτουμε κινητό τηλέφωνο και σύνδεση στο διαδίκτυο.
Γιόκο Ογκάουα
Μια νεαρή γυναίκα συναντάει στα αποδυτήρια ενός κολυμβητηρίου μια άγνωστη –παρουσία εντελώς συνηθισμένη και σιωπηλή–, που για κάποιο λόγο την εντυπωσιάζει. Την ξαναβρίσκει, μερικές μέρες αργότερα, να περπατάει στην πόλη συντροφιά με μια ηλικιωμένη κυρία. Αποφασίζει να τις ακολουθήσει. Μετά από ώρα, καταλήγουν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο συγκρότημα κτιρίων και πηγαίνουν στο γραφείο του επιστάτη. Τις βλέπει να κάθονται σε δυο καρέκλες, μοιάζουν κάτι να περιμένουν. Τι; Tη σειρά τους για να μπουν σε μια μεγάλη λυόμενη ντουλάπα, στο «μικρό εξάγωνο δωμάτιο», το δωμάτιο των αφηγήσεων. Εκεί που μπαίνει κανείς και αφηγείται μια ιστορία κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Εκεί που μπορεί να πει δυνατά ακόμα και πράγματα που δεν έχει ομολογήσει ποτέ και σε κανέναν, ιστορίες του παρελθόντος ως όνειρα του μέλλοντος, να αφηγηθεί στον εαυτό του την πραγματικότητα ως φαντασία και να γίνει, έτσι, η μνήμη του μυθοπλασία του εαυτού.
Το “Μικρό εξάγωνο δωμάτιο”, γραμμένο το 1994, είναι μια ιστορία ενδοσκόπησης, παράξενη και διεισδυτική, που φωτίζει, σ’ ένα «άνοιγμα» του χρόνου, σαν το εφήμερο εξάγωνο δωμάτιο, το πιο μύχιο κομμάτι του «εγώ».




