Είκοσι αριθμημένα ποιήματα, τρία ανάριθμα, ένα εισαγωγικό τρίστιχο και ένα καταληκτικό κομμάτι των δεκατριών στίχων απαρτίζουν το Είκοσι, τη νέα ποιητική συλλογή του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για τα τεκμήρια ενός πολέμου από εκείνους που όντως δεν τους μέλλεται να τελειώσουν ποτέ: του πολέμου με μια μαύρη τρύπα που δεν είναι μέσα σου αλλά σε περιέχει ολόκληρο. Κάθε τεκμήριο δοκιμάζει τη δική του εκδοχή φωνής, από τις πολλές που έχει να σου προσφέρει η ελληνική ποίηση, σαν μιας κάποιας ισχύος όπλα για να ξεγελάσεις τον Αγέλαστο και να μιλήσεις το πένθος, το πιο βαρύ απ’ όσα έχουν γραφτεί του ανθρώπου: το πένθος του γονιού για το παιδί του. Να τρέψεις σε λόγο την αδειοσύνη, μολονότι νιώθεις πια τις λέξεις απελπιστικά αδύναμες, σχεδόν άδικες μπροστά στο μέγα γεγονός που καλούνται να συλλαβίσουν. Για να επιστρέψεις από τον άναυδο πόνο, την παραιτημένη σιωπή, ή από τον τρόπο του ουρλιαχτού στον συνταγμένο κόσμο θα δοκιμάσεις και θα δοκιμαστείς σε όλες τις φωνές. Στη φωνή της αφήγησης, που εκτείνει το πεδίο της μνήμης ανακαλώντας θραυσμένες αλληλουχίες στιγμών και επιχειρώντας με την ιστόρηση να συγκρατήσει θερμό ό,τι απειλείται από τον παγετώνα της απώλειας. Στη φωνή της συμπύκνωσης, που διατηρεί μόνο έναν πυρήνα γυμνών λέξεων. Στην έμμετρη φωνή και στη φωνή του ελευθερωμένου στίχου. Στη φωνή της επιτάφιας ποίησης και του δημοτικού μοιρολογιού αλλά και στη φωνή της απαντοχής, της μη παραίτησης, της μη καταβύθισης, έτσι όπως τη συνοψίζει το παράγγελμα του ποντιακού τραγουδιού: «Βάσταξον, καρδιά, βάσταξον, αν θελτς και αν ’κί θέλεις». Αλλ’ όσο βαστιέσαι απ’ το κλαδάκι που σου προσφέρει ο στίχος του Πόντου, η λερναία πίκρα μέσα σου σε κόβει στα δυο, μοιρολογώντας με τον τρόπο του ριζίτικου τραγουδιού για τον άγουρο που «νιότη δεν εχάρη», γιατί τον πρόλαβε -στα ωραία είκοσί του- ο «σκληροκάρδης», με την μπαμπεσιά που δίκαια του αποδίδει η δημοτική μας ποίηση: «Χριστέ, και να ’τον παρεμπρός, και να ’τον παραπίσω». Αυτό το ψυχοφάγο «αν», το μάταιο «μακάρι», απευθυνόμενο σε θεότητες άφαντες ή αδιάφορες, τσακίζει και κόκαλα που πίστεψαν αναίτια πως ανήκουν στα γερά. Σε μια τριχούλα ακροβατεί ο βίος των βροτών. Σε μια τριχούλα που κόβει βιαιότατα κι απότομα τον κόσμο και τον χρόνο στα δύο, στον φαρμακωμένο ενεστώτα και στον αδυσώπητο αόριστο, στο εδώ και στο εκεί. Ναι. Μάλλον δεν λάθεψαν οι γνωστικοί αρχαίοι που μια από τις μυθολογικές τους αφηγήσεις για τη χαμένη αθανασία τη συνάρτησαν με μια τρίχα στην κεφαλή του Πτερέλαου, βασιλιά των Ταφίων· εύκολο ήταν να κοπεί, πάντα με μπαμπεσιά, εύκολο να γυρίσει ο άνθρωπος στη θνητότητά του. Μόνη αθανασία του, η μνήμη.
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Γιαννάκη Ευτυχία
-Τη σκότωσες;
-Ναι.
-Πού;
-Μέσα στο αμάξι της.
-Εκεί όπου τη βρήκαμε; Στην παραλία έξω από το Τολό;
-Ναι.
-Γιατί;
-Από αγάπη.
-Ποιος μπορεί να το πιστέψει αυτό;
-Δύο μπορούν.
Ναύπλιο. Παραμονή Χριστουγέννων. Με αφορμή τη δολοφονία μιας δικηγόρου, ο Χάρης Κόκκινος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση που δεν μοιάζει με καμία από όσες έχει χειριστεί. Οι απαντήσεις που αναζητά δεν κρύβονται σε κάποιο μεμονωμένο στοιχείο, αλλά στις σιωπές των ανθρώπων, στις σχέσεις τους που φθείρονται και στις οριακές τους επιλογές. Κι αν η υπόθεση τον οδηγεί στον τόπο του εγκλήματος, η αλήθεια αυτή τη φορά τον σπρώχνει κάπου πιο σκοτεινά: μέσα του.
Ένα σύγχρονο κοινωνικό ψυχογράφημα για το αθέατο και παράλογο αυτής της γωνιάς της Μεσογείου, για τις ζωές που διαμορφώνονται στη σιωπή και για τους δεσμούς που μας δοκιμάζουν αποδεικνύοντας ότι ο πιο επικίνδυνος τόπος είναι εκεί όπου αγαπάμε.
Γιαννάκη Ευτυχία
-Τη σκότωσες;
-Ναι.
-Πού;
-Μέσα στο αμάξι της.
-Εκεί όπου τη βρήκαμε; Στην παραλία έξω από το Τολό;
-Ναι.
-Γιατί;
-Από αγάπη.
-Ποιος μπορεί να το πιστέψει αυτό;
-Δύο μπορούν.
Ναύπλιο. Παραμονή Χριστουγέννων. Με αφορμή τη δολοφονία μιας δικηγόρου, ο Χάρης Κόκκινος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση που δεν μοιάζει με καμία από όσες έχει χειριστεί. Οι απαντήσεις που αναζητά δεν κρύβονται σε κάποιο μεμονωμένο στοιχείο, αλλά στις σιωπές των ανθρώπων, στις σχέσεις τους που φθείρονται και στις οριακές τους επιλογές. Κι αν η υπόθεση τον οδηγεί στον τόπο του εγκλήματος, η αλήθεια αυτή τη φορά τον σπρώχνει κάπου πιο σκοτεινά: μέσα του.
Ένα σύγχρονο κοινωνικό ψυχογράφημα για το αθέατο και παράλογο αυτής της γωνιάς της Μεσογείου, για τις ζωές που διαμορφώνονται στη σιωπή και για τους δεσμούς που μας δοκιμάζουν αποδεικνύοντας ότι ο πιο επικίνδυνος τόπος είναι εκεί όπου αγαπάμε.



