Βλέπετε 16–30 από 77 αποτελέσματαSorted by latest

Εστία / Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Ελληνική λογοτεχνία

Ἀπό τό χάος στό χαρτί

Χρήστος Βακαλόπουλος

Δέν ὑπῆρξα ποτέ ἐφευρέτης καί οὔτε σκοπεύω νά γίνω. Ὅταν ὑπάρχει μιά σύμβαση εἴτε την σπᾶς, εἴτε ξαναγυρίζεις στήν πρωταρχική μορφή, τότε πού δέν ἦταν σύμβαση. Καί κάτω ἀπ’ αὐτή τήν ἀντίληψη μ’ ενδιαφέρει περισσότερο ὁ Παπαδιαμάντης ἀπ’ τον Γκριγιέ ἤ τόν Γιατρομανωλάκη. Δέν μπορῶ νά δῶ σάν φόρμα αὐτό πού γράφω, γιατί δέν εἶναι φόρμα. Δέν πιστεύω ὅτι ὑπάρχουν στήν λογοτεχνία πειράματα ἀλλά ὁράματα. Ἡ λογοτεχνία γιά μένα εἶναι διατύπωση ὁραμάτων, δέν εἶναι ζήτημα μορφῆς κατά κανένα τρόπο. Κι ἄν εἶχα προβλήματα φόρμας θά ἤμουνα φιλότεχνος κι ἐραστής τῆς λογοτεχνίας, δηλαδή καλός ἀναγνώστης. Οἱ πολιτισμοί πού δίνουν περισσότερο βάρος στή μορφή ἀπό τό ὅραμα. ἀπό στιγμή σέ στιγμή θά βρεθοῦν σέ ἀδιέξοδο. Κι ἀπό τή στιγμή πού ἐγώ πολιτιστικά κληρονομῶ τήν ἑλληνική παράδοση δέν μπορῶ νά θέσω πρόβλημα μορφῆς οὔτε νά σκεφτῶ ὅτι ὑπάρχει κάποιο ἀδιέξοδο. Ἀδιέξοδο φόρμας θά ὑπάρξει ὅταν θά σταματήσει νά ὑπάρχει ζωή.

Χρῆστος Βακαλόπουλος (1956-1993) γεννήθηκε καί ἔζησε στήν Ἀθήνα. Σπούδασε Οἰκονομικά στήν ΑΣΟΕΕ καί Κινηματογράφο στό Παρίσι. Συνεργάστηκε μέ τό περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος ἀπό τό 1976 μέχρι καί τό 1983.

Ἐργάστηκε ὡς κριτικός κινηματογράφου στήν ἐφημερίδα Αὐγή καί στό περιοδικό Ἀντί, καί ὡς παραγωγός καί παρουσιαστής κινηματογραφικῶν καί μουσικῶν ἐκπομπῶν στό ραδιόφωνο.

Ὑπόθεση Μπέστ-Σέλλερ εἶναι τό πρῶτο του βιβλίο· γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας καί ἐκδόθηκε τό 1980. Ἀκολουθοῦν Οἱ πτυχιοῦχοι (μυθιστόρημα, 1984), οἱ Νέες ἀθηναϊκές ἱστορίες (διηγήματα, 1989), ἡ Δεύτερη προβολή: Κείμενα γιά τόν κινηματογράφο 1976-1989 (1990), Ἡ γραμμή τοῦ ὁρίζοντος (μυθιστόρημα, 1991) καί τό Ἀπό τό χάος στό χαρτί (συλλογή ἄρθρων καί συνεντεύξεων, 1995).

Συνεργάστηκε στά σενάρια τῶν ταινιῶν Σχετικά μέ τόν Βασίλη τοῦ Σταύρου Τσιώλη καί Ἡ γυναίκα πού ἔβλεπε τά ὄνειρα τοῦ Νίκου Παναγιωτόπουλου. Γύρισε δύο ταινίες μικροῦ μήκους, τίς Βεράντες (1984) καί τό Θέατρο (1986), καί δύο μεγάλου μήκους, τήν Ὄλγα Ρόμπαρντς (1989) καί τό Παρακαλῶ, γυναῖκες, μήν κλαῖτε (1992) μαζί μέ τόν Σταῦρο Τσιώλη. Ἡ ταινία αὐτή ἀπέσπασε τά βραβεῖα σκηνοθεσίας καί καλύτερου σεναρίου στό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τοῦ 1992, τό βραβεῖο καλύτερης ταινίας ἀπό τήν Πανελλήνιο Ἕνωση Κριτικῶν Κινηματογράφου καί τό κρατικό βραβεῖο ποιότητας.

 

14.70

Ελληνική λογοτεχνία

Αιολική γη

Ηλίας Βενέζης

Η “Αιολική γη” γράφεται μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, σε μια περίοδο δηλαδή ανάπηρης ελευθερίας, ανυπέρβλητων δυσκολιών και ευτελισμού της ανθρώπινης ζωής. Η έως τότε δεκαπενταετής συγγραφική πορεία του Βενέζη είχε επιβεβαιώσει την εικόνα ενός δημιουργού με απολύτως προσωπικό ύφος και με βασική θεματογραφία την τραγικότερη εθνική περιπέτεια του εικοστού αιώνα, τη Μικρασιατική Καταστροφή, την οποία ο Βενέζης εβίωσε με οδυνηρό τρόπο ως αιχμάλωτος στα εργατικά τάγματα της Ανατολής, απ` όπου ελάχιστοι είχαν την τύχη να επιζήσουν. Αν “Το νούμερο 31328” αφηγείται τη φοβερή δοκιμασία στα εργατικά τάγματα και η “Γαλήνη” τις κάποτε ανυπέρβλητες δυσχέρειες των προσφύγων να ριζώσουν στη μητέρα πατρίδα, η “Αιολική γη” ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή των Ελλήνων στη Μικρασία πριν την Καταστροφή. […]

(από τον πρόλογο του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στην τεσσαρακοστή όγδοη έκδοση)

26.88

Ελληνική λογοτεχνία

Το νούμερο 31328

Ηλίας Βενέζης

Πάνε είκοσι ένα χρόνια από το 1924 που έγραψα στην πρώτη του μορφή, γυρίζοντας, παιδί, απ’ τα κάτεργα της Ανατολής, το χρονικό τούτο. Το ξαναδούλεψα στο 1931 όταν βγήκε σε βιβλίο. Από τότε δεν το είχα πιάσει στα χέρια μου. Με είχε πολύ βασανίσει όταν το έγραφα, με είχε αναστατώσει το επίμονο στριφογύρισμα στην πυκνή και φοβερή ύλη της πικρής αυτής ζωής που έπρεπε να πάρει έκφραση. Είχα τότε περάσει πολλές νύχτες που, κυνηγημένος απ’ τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις, δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο μήτε στον ύπνο. Γι’ αυτό, όταν βγήκε πια σε βιβλίο ” Το Νούμερο 31328″, δεν τολμούσα, δεν ήθελα να το ξαναδώ – τελοσπάντων η ζωή, όταν είσαι γέρος και είσαι νέος, έχει τόση δύναμη, σου το επιβάλλει να θέλεις να ξεχνάς. (Από τον πρόλογο του συγγραφέα στη δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση [1945])

14.55

Ελληνική λογοτεχνία

Γαλήνη

Ηλίας Βενέζης

Στη «Γαλήνη» ο Βενέζης αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας προσφύγων από τη Μικρασία, που έρχονται να εγκατασταθούν, το 1923, στην έρημη γη της Αναβύσσου. Από την ομαδική απόγνωση ξεχωρίζουν σιγά-σιγά τα πρόσωπα, το πάθος για τη ζωή που πρέπει να συνεχιστεί, τα όνειρα που ριζώνουν για να χτυπηθούν και πάλι από τη μοίρα, η αναζήτηση της λύτρωσης και της γαλήνης. «Συνθετικό έργο επικής έμπνευσης και βιβλικού μεγαλείου», που διαπνέεται από βαθύ ανθρωπισμό, το βιβλίο αγαπήθηκε όσο λίγα στην Ελλάδα και γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, ακόμη και μέσα στην Κατοχή. […]

19.46

Κλασσική Γραμματεία

Ηρωίδες 18-19 (Λέανδρος και Ηρώ)

Οβίδιος

Ο Λέανδρος, ένας νεαρός από την Άβυδο, κάθε βράδυ διασχίζει κολυμπώντας τον Ελλήσποντο, για να συναντήσει την αγαπημένη του Ηρώ, που ζει στη Σηστό, στην απέναντι θρακική ακτή. Ένα λυχνάρι, που κρατά αναμμένο η αγαπημένη του, τον βοηθάει στον προσανατολισμό του μέσα στο σκοτάδι. Οι δύο νέοι περνούν τη νύχτα μέσα στο ερωτικό πάθος και, μόλις ξημερώνει, ο Λέανδρος επιστρέφει στην πατρίδα του. Μια μοιραία νύχτα με σφοδρή κακοκαιρία ο λύχνος σβήνει και ο Λέανδρος πνίγεται στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Το κύμα οδηγεί το άψυχο σώμα του στην ακτή της Σηστού, η Ηρώ το βρίσκει το επόμενο πρωί και αυτοκτονεί πέφτοντας από τον πύργο στον οποίο είναι απομονωμένη.

Ο Οβίδιος παρουσιάζει το Λέανδρο να γράφει μια επιστολή (Her. 18) προς την Ηρώ κατά τις ώρες της αναμονής του, πριν αποφασίσει να αψηφήσει την κακοκαιρία και να αποτολμήσει το θανάσιμο ταξίδι του. Η Her. 19 αποτελεί την επιστολική απάντηση της Ηρώς: η νέα εκφράζει την ανησυχία της για την καθυστέρηση του Λέανδρου, το παράπονό της για την αναβολή της συνάντησής τους αλλά και στοργικές συμβουλές προς τον αγαπημένο της να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός.

Το βιβλίο είναι η πρώτη στη ΝΕ σχολιασμένη έκδοση/μετάφραση των δύο αυτών επιστολών που υποτίθεται ότι ανταλλάσσουν Λέανδρος και Ηρώ (Her. 18-19).

Σε σύγκριση με παλαιότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, στην παρούσα επισημαίνονται εντονότερα τολμηροί υπαινιγμοί, καθώς και άφθονες ποιητολογικές νύξεις, που αποτελούν μια διαρκή συζήτηση για τα λογοτεχνικά είδη· επίσης, η πανταχού παρούσα ειρωνεία και το λεπτό χιούμορ που δεν εγκαταλείπει τον ποιητή ούτε σε αυτό το έργο με το θλιβερό θέμα.

Η κατά Οβίδιο ερωτική αλληλογραφία μεταξύ των δύο νέων προξενεί έκπληξη σε όποιον αναγνώστη γνωρίζει ήδη, από άλλες λογοτεχνικές πηγές, τη θλιβερή αυτή ιστορία έρωτα και θανάτου: ο εμβληματικός για τη θυσία του εραστής Λέανδρος ασχολείται πιο πολύ με τον εαυτό του παρά με το αντικείμενο του πόθου του, την Ηρώ, ενώ η τελευταία παρουσιάζεται ως μια συνηθισμένη ανασφαλής γυναίκα που φοβάται μήπως πέσει θύμα απιστίας. Λέανδρος και Ηρώ καταφεύγουν σε άφθονα κλισέ, για να πείσουν για το βάθος των συναισθημάτων τους, επιτυγχάνοντας μάλλον το αντίθετο. Οι υπερβολές τους οδηγούν σε παρωδία, η επίδειξη προκλητικής αφέλειας γεννά χαμόγελο και αποκαλύπτει σταδιακά ότι η εκδοχή του Οβίδιου ήλθε για να αποδομήσει έναν από τους πιο εμβληματικούς “ίσους” έρωτες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

21.84

Ελληνική λογοτεχνία

Άνεμοι

Ηλίας Βενέζης

Ο δρόμος της Αγια-Τριάδας ήταν ο πιο φαρδύς στο Αϊβαλί, στρωμένος πέρα για πέρα με πέτρα.

Σ’ όλο το μάκρος του βρισκόταν μονάχα ένα δέντρο, μια ακακία στο πεζοδρόμι. Τα φύλλα της πέφταν και κάνανε σκιά στα παράθυρα ενός χαμηλού σπιτιού βαμμένου με δυνατό κόκκινο χρώμα. Όλα τ’ άλλα τα σπίτια στη σειρά ήταν άσπρα ή γαλάζια. Για το λόγο τούτο το κόκκινο σπίτι σφάνταζε πολύ σ’ όλο το μάκρος του δρόμου.

14.09

Ξένη λογοτεχνία

Θλιβερός τίγρης

Νεζ Σινό

«Θέλησα να το πιστέψω, θέλησα να ονειρευτώ ότι το βασίλειο της λογοτεχνίας θα με υποδεχόταν όπως κάθε ορφανό που βρίσκει εκεί καταφύγιο, αλλά ακόμα και μέσω της τέχνης δεν μπορείς να βγεις νικητής από την αχρειότητα. Η λογοτεχνία δεν με έσωσε. Δεν έχω σωθεί…»

Τα παιδικά χρόνια της Νεζ Σινό έχουν σφραγιστεί από τον εξακολουθητικό βιασμό που υφίστατο από τον πατριό της. Τον μηνύει το 2000, μαζί με τη μητέρα της, κι εκείνος καταδικάζεται σε εννέα χρόνια φυλάκισης. Χρόνια αργότερα, η Σινό επανέρχεται σε αυτό το ανεπούλωτο τραύμα καταθέτοντας με μια σπαραχτική αφήγηση το τι και πώς συνέβη – δίχως πάθος, δίχως μεμψιμοιρία. Επιχειρεί να αποσυναρμολογήσει προσεκτικά τη μικρή βόμβα που δυναμίτισε την παιδική της ηλικία: το θέμα δεν είναι μόνον τα κυριολεκτικά συμβάντα· είναι και το πώς λειτουργεί αυτή η κατάθεση, υποχρεώνοντας τον αναγνώστη να σκεφτεί πάνω στα ευαίσθητα θέματα της παιδοφιλίας, της αιμομιξίας, της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων.

Η υβριδική αφήγηση, μεταξύ μαρτυρίας, αυτοβιογραφίας και μύχιας εξομολόγησης –δίχως να απεμπολεί την αναντίρρητη λογοτεχνικότητά της– τεντώνει τα όρια των γλωσσικών δυνατοτήτων της προκειμένου να μπορέσει να εξηγήσει τα γεγονότα, αλλά και να βρει τον τρόπο να τα πει. Το κείμενο γίνεται ανιχνευτής τόσο της δύναμης όσο και της αδυναμίας της λογοτεχνίας ως πανάκειας, ως θεραπείας ή παραμυθίας. Για να φέρει εις πέρας την αυθιστόρησή της, η συγγραφέας συνομιλεί και ξαναδιαβάζει συγγραφείς και κείμενα γύρω από την ενδοοικογενειακή σεξουαλική παρενόχληση.

Εξερευνώντας το τοπίο του ζοφερού κακού, η Σινό ομολογεί ότι ο επιζών μπορεί να επιβιώνει, αλλά δεν ξεχνά ποτέ. Ως ενήλικη πλέον, αναζητεί την αλήθεια, όχι την εκδίκηση· θέλει να κατανοήσει τη θέση του δήμιου, τους μηχανισμούς που τον οδηγούν στην παραβατική πράξη, αλλά και τη θέση του περίγυρου που συνήθως τον συγκαλύπτει. Η δική της μη αναστρέψιμη θέση διατυπώνεται παραστατικά: damaged for life – διά βίου κατεστραμμένη.

Λ.Τσιριμώκου

18.00

Ξένη λογοτεχνία

Θάνατος επί πιστώσει

Λουί-Φερντινάν Σελίν

«Είδα τότε απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα τη Γιαγιά ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, στη μέσα κάμαρα… Βαριανάσαινε, λαχάνιαζε, πνιγόταν, η ανάσα της σφύριζε και κοβόταν… Μόλις είχε φύγει ο γιατρός. Αφού πρώτα έσφιξε σοβαρός τα χέρια όλων… Τότε με μπάσανε στο δωμάτιο… Την είδα στο κρεβάτι, πώς πάλευε ν’ ανασάνει. Το πρόσωπό της κίτρινο και κόκκινο, λουσμένο στον ιδρώτα, σαν μάσκα που από στιγμή σε στιγμή θα έλιωνε… Με κάρφωσε με το βλέμμα της η Γιαγιά, αλλά ακόμα κι εκείνο το βλέμμα είχε αγάπη… Μ’ έσπρωξαν να τη φιλήσω… Κι εγώ έσκυψα από πάνω της. Αλλά με το χέρι της έκανε νόημα πως όχι… Μου χαμογέλασε αδύναμα… Κάτι προσπάθησε να μου πει… Αλλά η φωνή τριβόταν μέσα στο λαιμό της, δεν έβγαινε… Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος τα κατάφερε… κι όσο πιο γλυκά μπορούσε, ψιθύρισε: «Να δουλέψεις σκληρά, μικρέ μου Φερντινάν!». Δεν τη φοβόμουνα τη Γιαγιά. Κατά βάθος καταλαβαινόμασταν… Τελικά, το σίγουρο είναι πως δούλεψα σκληρά… Μα αυτό δεν αφορά κανέναν άλλο…»

Πριν το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, πριν το ταξίδι στο τέρμα του κόσμου που ήταν ο Μεγάλος Πόλεμος και η Μεγάλη Σφαγή, ο στρατιώτης Φερντινάν Μπαρνταμού είναι μόνον ο Φερντινάν: ένα παιδί που μεγαλώνει στην άκρη της ζωής, στο χείλος της αβύσσου. Ένα παιδί που το ταΐζουν ο απόλυτος φόβος, η αχαλίνωτη απόγνωση και υποκρισία. Ένα παιδί που μεγαλώνει στους ρυθμούς της μαύρης κωμωδίας, της χρεοκοπημένης κοινωνίας, της επικείμενης καταστροφής. Μαθαίνει να λέει την ιστορία της ζωής του με τρόπο συγκλονιστικό: με φωνές, με παραμιλητά, με βρισιές και σιωπές, με πικρά, τραγικά, φλύαρα αποσιωπητικά… Αλλά προπάντων με γέλια. Γιατί ο Φερντινάν πλέκει τα νήματα του χάους και της υστερίας γύρω του με τις δεξιοτεχνικές σταυροβελονιές του Ραμπελαί: γελάει πικρά και πηγαία, γελάει και περιγελάει τον εαυτό του και τους άλλους. Θεούς και δαίμονες. Και βέβαια τους ανθρώπους.

Ο Φερντινάν γυρίζει τις σελίδες αυτού του επικού Bildungsroman, που είναι η εφηβεία του, με ορμή και πάθος που κόβουν την ανάσα. Προχωράει χωρίς να λυπάται ούτε την ψυχή ούτε το σώμα του· ξοδεύει αλύπητα για ν’ αντέξει, να σταθεί στα πόδια του, να περπατήσει – εντέλει να ζήσει. Ο λόγος του ανατρέπει τα πάντα, λογική, γραμματική, σύνταξη· έτσι κινείται. Πατάει γκάζι καίγοντας ομορφιές και πίστεις και λέξεις. Τρέχει δίχως φρένα. Στο τέλος του βιβλίου τον βλέπουμε να φτάνει ζωντανός, όρθιος, έτοιμος για τη νέα αρχή

28.00

Χρήστος Βακαλόπουλος

…η ζωή είναι ένα συλλογικό όνειρο σκηνοθετημένο από πολιτιστικές μνήμες.

Με το τέλος της δικτατορίας, οι εικόνες και οι ήχοι βρίσκονται εκτοπισμένοι σ’ ένα άδηλο ακόμη πεδίο επικοινωνίας, στο περιθώριο του επίσημου πολιτικού λόγου. Μαζί με λίγους πρωτοπόρους κριτικούς και κόντρα σε πολλούς άλλους, ο Βακαλόπουλος θα βαλθεί να το κατακτήσει, δοκιμάζοντας τα τελευταία ρεύματα της μοντέρνας σκέψης –μαρξισμό, σημειολογία, ψυχανάλυση– σε σημαδιακά έργα της εποχής και σ’ όλο το φάσμα της νεαρής ελληνικής τηλεόρασης: από τον Γκοντάρ, τον Βέντερς και τον Ντύλαν μέχρι τις εκπομπές του Φρέντυ Γερμανού ή τα σίριαλ της Αλίκης Βουγιουκλάκη κι από τη Γιουροβίζιον, τους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ ή το παρισινό Μπωμπούρ μέχρι το Τραμ το τελευταίο και τη Ρεζέρβα. Όμως ο ιδεολογικός πόλεμος δεν θ’ αργήσει να κοπάσει στη δεκαετία του ’80, παραχωρώντας τη θέση του στον πολιτισμό της εικόνας, που προωθεί η αυτοκρατορία των μέσων. Αρχίζει τότε μια μοναχική περιπλάνηση σ’ αυτό τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο, σε αναζήτηση παραδόσεων και προσώπων ικανών να αναμετρηθούν εκφραστικά μαζί του, αλλά και στα ίχνη μιας αόρατης Ελλάδας, όπου συγκλίνουν ξεχωριστοί κινηματογραφιστές, ηθοποιοί και μουσικοί: Δαμιανός, Τορνές, Ρομέρ και Τζάρμους· Σαπφώ Νοταρά και Βέγγος· Λένον και Σαββόπουλος· Βαν Μόρισον, Πορτοκάλογλου, Παπάζογλου, Ξυδάκης· The Clash και Χειμερινοί Κολυμβητές…

Στα διακόσια και πλέον κείμενα που συγκεντρώνονται και αναδημοσιεύονται για πρώτη φορά εδώ, η κριτική του Βακαλόπουλου ξετυλίγει μια ολοκληρωμένη θεώρηση της σύγχρονης επικοινωνίας και μαζί μια μοναδική περιπέτεια της σκέψης και των αισθήσεων: από τη θύελλα των ιδεών στο όνειρο μιας ζωής που ξαναβρίσκει τον χαμένο χρόνο και την τρομερή ηρεμία των πραγμάτων.

33.98

Ελληνική λογοτεχνία

Η φόνισσα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Η φόνισσα» (1903) κατέχει, κατά γενική ομολογία, ξεχωριστή θέση στο έργο του Παπαδιαμάντη (1851-1911). Ξεχωριστή και με τις δύο σημασίες της λέξης: ιδιαίτερη και εξέχουσα. Αν δεν υπήρχε «Η φόνισσα», το έργο αυτό θα έμενε λειψό, όσο τουλάχιστον αφορά το πρόβλημα του κακού, πρόβλημα που δεσπόζει στο παπαδιαμαντικό corpus. Το παπαδιαμαντικό κακό είναι, κατά κανόνα, το καθημερινό, το τρέχον κακό, πνιγηρά μίζερο συχνά, είναι το κακό του καθημερινού κανονικού ανθρώπου. Το κακό του Παπαδιαμάντη δεν είναι το έγκλημα, δεν είναι η ακραία παράβαση που θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της κοινότητας, δεν είναι εξαιρετικό· είναι κοινότοπο. Εξαίρεση «Η φόνισσα», και μάλιστα διόλου αμελητέα, αφού πρόκειται για κορυφαίο κείμενο όχι μόνο του συγγραφέα του αλλά και όλης της νεοελληνικής πεζογραφίας. Χωρίς τη «Φόνισσα» το παπαδιαμαντικό έργο θα ήταν εντελώς διαφορετικό. Το κακό που διαπράττει η γραία Χαδούλα δεν είναι το καθημερινό κακό, το συνηθισμένο, το κοινωνικό, αλλά το μέγα κακό, το ριζικό, το ασυγχώρητο. Ποια είναι όμως αυτή η Φραγκογιαννού, τι σόι άνθρωπος είναι αυτή η γυναίκα που διαπράττει ένα τόσο ακραίο έγκλημα; Και τι είναι άραγε αυτό που την οδηγεί να το αποτολμήσει;

10.74

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Ο ήχος της σιωπής της

Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Χρειάζεται γερό κοσκίνισμα του εγώ για να δεις αν μένει στο κόσκινο κάτι στέρεο και συμπαγές, που σε κάνει πραγματικά (και στην περίπτωσή μου επώδυνα) διαφορετικό από τους γύρω σου. Δεν ισχυρίζομαι ότι είχα καταφέρει αυτή τη διαλογή, είναι όμως γεγονός ότι οι αντιδράσεις των άλλων στη συμπεριφορά μου έδειχναν πολύ συχνά ότι ήμουν στα μάτια τους αλλόκοτος. Ενώ ποτέ δεν θα σκέφτονταν κάτι τέτοιο για τη μητέρα μου.»

Εκείνη, ωραία και αινιγματική, δυναμική αλλά και συναισθηματικά ερμητική, έδειχνε να έχει μια ακλόνητη εσωτερική ισορροπία και ασφάλεια στις πολλές δραματικές τροπές της ζωής της. Εκείνος, δραστήριος, πολυταξιδεμένος, αλλά ανασφαλής και ευάλωτος, αισθανόταν πάντα ξένος στο περιβάλλον του. Εκείνη είναι η μητέρα, εκείνος ο γιος. Ο θάνατός της γίνεται γι’ αυτόν το έναυσμα για μια αναδρομή, με την όψιμη σοφία αλλά και τις άλυτες απορίες της μεγάλης ηλικίας, στην παράλληλη ζωή τους και τη γεμάτη εντάσεις σχέση τους, σε μια Ελλάδα και έναν κόσμο που άλλαζαν ολοένα ανάμεσα στη δεκαετία του 1950 και τις μέρες μας. Ένα μυθιστόρημα γύρω από τη στάση δύο διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων απέναντι στη ζωή και τον τρόπο τους να βιώνουν την ταυτότητά τους -τη δική τους και του τόπου τους.

15.00

Ελληνική λογοτεχνία

Ημερολόγιο της Αλοννήσου

Θανάσης Βαλτινός

Και πονάω, ξέρεις που, ανεπαίσθητα αλλά αρκετά ώστε να μην μπορώ να το αγνοήσω. Ένας λεπτός πόνος που με διαβρώνει. Ξεκινάει από αριστερά, επίμονος και πάει κυκλικά πίσω στα νεφρά, ανεβαίνει στον αυχένα – με χτυπάει στο αυτί και ξαναγυρίζει προς τα κάτω. Με τυλίγει ζικ-ζακ στα πλευρά μου και καταλήγει πάλι στις σάλπιγγες αλλά χωρίς ένταση. Οι σάλπιγγές μου είναι άδειες. Μπρούτζινες και γυαλισμένες αλλά άδειες και ο ήχος τους φυσάει στα κόκκαλά μου σα φωνή αδύναμη. Φυσάει σα φωνή αυτός ο ήχος αλλά δεν μπορώ να τον ακούσω δεν μπορώ να ανταποκριθώ. Τέτοιο παίδεμα. Ίσως επειδή είμαι αριστερόχειρ. Είναι μια αναποδιά αλλά δεν αισθάνομαι σημαδεμένη. Δεν αισθάνομαι να έχω τη στάμπα στο μέτωπο. Είναι απλώς αποτέλεσμα ευαισθησίας.

13.80

Ελληνική λογοτεχνία

Επείγουσα ανάγκη ελέου

Θανάσης Βαλτινός

Υπόμνηση της μοναδικής μας εξόδου στην Αρκαδία: το γεύμα στο χάνι Κοσκινά στο Δραγούνι και ύστερα το κατέβασμα στην πηγή που ανάβλυζε χαμηλότερα μέσα στα βούρλα. Εκείνη η τεράστια σιγαλιά και εγώ από θέση υπτία, με τους μηρούς έκθετους στην ψύχρα του δειλινού να βυθομετρώ τον ατέρμονα διάφανο ουρανό.
Τέλη Σεπτεμβρίου – του πρώτου μας.”

13.80

Ελληνική λογοτεχνία

Ανάπλους

Θανάσης Βαλτινός

ΤΟ 1952 ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ. ΠΡΩΤΟΕΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ. ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ. ΧΩΡΙΣ εμφανή λόγο. Χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα. Με πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος. Με πρόσκληση. Ήμουν στο χωριό τότε. Άκουσα τη φωνή του σπασμένη. Ρώταγε μήπως ήξερα κάτι. Νομίζω δεν το έχει ξεπεράσει ακόμα. Ήταν το πρώτο ράγισμα στη βεβαιότητά μας. Στη βεβαιότητα αθανασίας μας.
-Παρόλο που ο θάνατος μπερδευόταν τόσο συχνά στα πόδια σας.
-Παρόλο.
-Τελικά τι θα έλεγες τώρα για εκείνη την εποχή;
-Τίποτα.
-Έγιναν τόσα πράγματα.
-Αποφασισμένα από άλλους. Εμείς ήμασταν εκτός παιδιάς. Θα μας σημαδέψουν – αλλά δεν μας αφορούσαν.
-Ήταν η αλκή των χρόνων σας.
-Σ’ αυτό συμφωνώ. Τη σκέψη μου την απασχολούσαν κατά προτεραιότητα τα σκέλια της Αφρικάνας.

13.74

Ελληνική λογοτεχνία

Εθισμός στη Νικοτίνη

Θανάσης Βαλτινός

Είχαμε σταθεί στην είσοδο του πάρκου και κουβεντιάζαμε περί έρωτος. Τότε ακούστηκε βουή αυτοκινήτου και από τη γωνιά του «Σεραγιού» παρουσιάστηκε ένα παλιό ανατρεπόμενο καμιόνι, σαν αυτά των εργολάβων. Καβάλησε το ρείθρο της πλατείας, έφτασε στο κέντρο της, έκανε μια ολόκληρη στροφή επιτόπου και σταμάτησε, με τη μηχανή του αναμμένη. Από μπροστά κατέβηκε ένας λοχίας με παλάσκες και τόμιγκαν. Η καρότσα άρχισε να σηκώνεται σιγά σιγά, κι όταν έφτασε στο κατάλληλο ύψος, είδαμε να πέφτουν από μέσα της πτώματα. Ήμασταν οι πρώτοι που πήγαμε κοντά. Σε λίγο φυσικά ο κύκλος μεγάλωσε. Το καμιόνι έμεινε με την καρότσα τεντωμένη εκεί πάνω και μπροστά μας είχε σχηματιστεί μια μικρή πυραμίδα από νεκρούς άντρες. Η μοναδική γυναίκα ανάμεσά τους έκλεινε μπρούμυτα την κορυφή της πυραμίδας. Η φούστα της είχε τραβηχτεί μέχρι τους γλουτούς και στο εξωτερικό μέρος του αριστερού μηρού υπήρχε ένα τρύπημα από ξιφολόγχη. Παρά την ανατριχίλα του θανάτου στο δέρμα της, που ο χειμωνιάτικος ήλιος τη δυνάμωνε, ένιωσα έναν άγριο ερεθισμό.

12.84