Βλέπετε 1–15 από 77 αποτελέσματαSorted by latest

Εστία / Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Μαρσέλ Προυστ

“Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε!” Είναι απίστευτο πως η οδύνη διεισδύει με περισσότερη οξυδέρκεια στα ζητήματα της ψυχής από την ίδια την ψυχολογία! Δεν είχε κυλήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που, αναλύοντας τα συναισθήματά μου, είχα σχηματίσει την πεποίθηση πως ο οριστικός αυτός χωρισμός ήταν ακριβώς εκείνο που επιθυμούσα και, συγκρίνοντας την ένδεια των απολαύσεων πού μου πρόσφερε η Αλμπερτίν με την πληθώρα των απολαύσεων τις οποίες μου στερούσε, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα, πιστεύοντας βέβαια πως η σκέψη μου διέθετε την απαραίτητη διεισδυτικότητα, ότι δεν ήθελα πια να τη βλέπω, ότι δεν ήμουν πλέον ερωτευμένος μαζί της. Εντούτοις τα λόγια: “Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε” είχαν σε τέτοιο βαθμό ραγίσει την καρδιά μου που ένιωθα ότι δεν θ’ άντεχα για πολύ. Έτσι εκείνο που θεωρούσα μηδαμινό ήταν τελικά ο πυρήνας της ζωής μου.

23.70

Μαρσέλ Προυστ

Με την κυκλοφορία του Ανακτημένου Χρόνου, της έβδομης και τελευταίας ενότητας του μυθιστορηματικού κύκλου του Μαρσέλ Προυστ, ολοκληρώνεται μια μεταφραστική εργασία που ξεκίνησε το 1969 και διακόπηκε στα μέσα του πέμπτου τόμου, της Φυλακισμένης, με τον αδόκητο θάνατο του Παύλου Ζάννα, το 1989. Στη συνέχεια πήρε το νήμα ο Παναγιώτης Πούλος ο οποίος μετέφρασε το δεύτερο ήμισυ της Φυλακισμένης, την Αλμπερτίν αγνοούμενη, μετάφραση η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης (2015), και, τέλος, τον Ανακτημένο Χρόνο.

Παράλληλα, ο Παναγιώτης Πούλος προχώρησε σε μια αναθεώρηση των πρώτων τόμων με βάση τις νεότερες εκδόσεις του έργου του Προυστ και τα πορίσματα των πρόσφατων ερευνών και υπομνημάτισε το συνολικό έργο με πλήθος σημειώσεων, πραγματολογικών, ερμηνευτικών και ενδοκειμενικών, οι οποίες συνοδεύουν τον αναγνώστη στην περιήγησή του σ’ αυτό το σύνθετο και πολυσχιδές έργο, το οποίο έχει σημαδέψει αυτό που αποκαλούμε νεοτερικότητα.

Έτσι, η πρώτη ελληνική έκδοση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ενός έργου τέχνης που έχει ήδη κατακτήσει μέσα από τιςμεταφράσεις του σε πάνω από σαράντα γλώσσες περίοπτη θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελεί πλέον πραγματικότητα.

Οι πυκνές αναφορές του Ανακτημένου Χρόνου σε πάμπολλες πτυχές και διαστάσεις της εργασίας του Μαρσέλ Προυστ, σε συνδυασμό με τις ανακατατάξεις που επιφέρει ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, αναδιαμορφώνουν το τοπίο του μυθιστορήματος και παράλληλα καλούν τον αναγνώστη να ανατρέξει στις ενότητες που έχουν προηγηθεί. Επιπροσθέτως, ο συγγραφέας διατυπώνει με έμμεσο και άμεσο τρόπο τη στάση του απέναντι στην τέχνη, όπως και τα όρια αυτού του ιδιάζοντος λογοτεχνικού εγχειρήματος, συμπεριλαμβανομένων και των ορίων της αντοχής και της χρονικής διάρκειας της ζωής του ιδίου.

Οι δυνάμεις και οι αδυναμίες της καλλιτεχνικής αλήθειας σταθμίζονται με όχημα ένα «εγκάρσιο» βλέμμα, το οποίο δεν παρέχει απλώς στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προσεγγίσει μέσα από μια νέα οπτική γωνία τα όσα έχουν μέχρι τώρα διαμειφθεί, αλλά και τον παροτρύνει να στραφεί προς την κατεύθυνση του μέλλοντος, των κριτικών αποτιμήσεων και των πάσης φύσεως οικειοποιήσεων του προυστικού εγχειρήματος εδώ και έναν αιώνα ― και μάλιστα τον προσκαλεί να γίνει, με τη σειρά του, στο μέτρο των δυνάμεών του, δημιουργός του έργου του και των επιλογών της ίδιας της ζωής του.

Αναδύεται εδώ ένας πρωτότυπος και ιδιαίτερα επίκαιρος στοχασμός για τη σημασία της μαθητείας της Τέχνης στην οικοδόμηση της ατομικής και συλλογικής ζωής, στα συμφραζόμενα μιας ολοένα και πιο γενικευμένης μετάβασης της ανθρωπότητας από τις παραδοσιακές δομές της ύπαρξης στην κατάσταση της νεοτερικότητας.

Οι σημειώσεις, το επίμετρο και η σύνοψη που συνοδεύουν τη μετάφραση στόχο έχουν να υποβοηθήσουν τον αναγνώστη να αποκτήσει επίγνωση τόσο της συνοχής που διέπει το λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όσο και της ποικιλίας των διακυβευμάτων του.

 

24.99

Πέτερ Χάντκε

Μα τι χαρά, να προλάβουμε να σε δούμε τουλάχιστον σήμερα και μ’ αυτή την ευκαιρία! πριν φύγεις, και να σε δούμε μάλιστα γερό. Αχ, τι χαρά! – Υπήρχε βέβαια κι ένας που δεν χαιρόταν καθόλου μα καθόλου, ιδίως μ’ αυτόν εκεί που προοριζόταν να γίνει νονός του. Κι αυτός ήταν ο κοντορεβιθούλης, το βαφτιστήρι, φασκιωμένο μέσα σε ολόλευκα πανιά, απ’ όπου πρόβαλλε μόνο το πρόσωπό του. Αλλά τι φοβερό βλέμμα που έριχνε, με τα μεγάλα απλανή μάτια του προσηλωμένα μόνο στον νονό, και τις αρτηρίες της οργής φουσκωμένες στους κροτάφους, και στους δυο παιδικούς κροτάφους του, αρτηρίες που δεν ήταν ή δεν ήταν απλώς κληρονομικές, πράγμα που μάλλον δεν έλεγε τίποτα, ή τίποτα σημαντικό: όχι, ήταν οι αρτηρίες μιας οργής που κατευθυνόταν σ’ αυτόν, στον Γκρέγκορ, μιας οργής εν δράσει, αρτηρίες που άφριζαν από θυμό εναντίον του, εδώ και τώρα.

Ο Γκρέγκορ Βέρφερ επιστρέφει από το εξωτερικό για λίγες μέρες στο χωριό του, που έχει ενσωματωθεί στο μεταξύ στη μεγαλούπολη. Ξαναβρίσκει ό,τι άφησε ανεπανόρθωτα παραλλαγμένο. Εκεί είναι πάντα και ο πατέρας, η μητέρα, η αδερφή με το νεογέννητο μωρό της. Αυτός όμως κουβαλάει μια είδηση που δεν θέλει με τίποτα να τους αποκαλύψει. Ο μικρός αδερφός, ο Χανς, μέλος της Λεγεώνας των Ξένων, έχει σκοτωθεί σε κάποιο άγνωστο πεδίο μάχης. Οι σύντομες διακοπές του Γκρέγκορ μετατρέπονται σε μια αδυσώπητη αναδρομή ζωής. Το παρόν καθρεφτίζεται στο παρελθόν και το αντίστροφο, εσωτερικές φωνές αναδύονται από τις κρύπτες της ψυχής του, έχει έρθει η ώρα ενός διακανονισμού. Ο Γκρέγκορ καταφεύγει τα βράδια στις ταβέρνες του πρώην χωριού και μένει εκεί μέχρι να κλείσουν. Γίνεται ο τελευταίος θαμώνας δοκιμάζοντας μέσα στην ανωνυμία μιαν αναπάντεχη θαλπωρή.

Η περιπέτεια ενός νόστου, με τη διεισδυτική ματιά του Πέτερ Χάντκε.

18.00

Ρόδης Ρούφος (Ο Αθηναίος)

Το σημερινό καθεστώς καταστρέφει όχι μόνο όλους τους θεσμούς, οι οποίοι εγγυώνται την αξιοπρέπεια του πολίτη και σηματοδοτούν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας, αλλά και ό,τι καλύτερο υπάρχει στον χαρακτήρα του λαού μας. Όσο η διαδικασία συνεχίζεται, ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός διανοουμένων και άλλων ηγετών, συμπεριλαμβανομένων και πολλών από τα καλύτερα νέα ταλέντα της πατρίδας μας, επιλέγουν την εξορία σε αναζήτηση της ελεύθερης και πολιτισμένης ζωής, η οποία έχει εξαφανιστεί από τη δική τους χώρα. Μεταξύ όσων θα παραμείνουν, οι πιο θαρραλέοι θα συνεχίσουν να αγωνίζονται μόνο και μόνο για να «σπάσουν» και να φυλακιστούν με τη σειρά τους. Οι δειλοί και οι κυνικοί θα συμβιβαστούν επιβιώνοντας ως γραφειοκράτες και τεχνικοί. Οι φιλόδοξοι και οι αδίστακτοι θα εισέλθουν στον στρατό. Οι υπόλοιποι θα αρκεστούν στην παραίτηση μιας ανίκανης και πικρής σιωπής. Η πνευματική ζωή, η σύγκρουση των ιδεών και η κριτική θα μαραζώσουν. Η Ελλάδα που γνωρίζουμε και αγαπάμε, η Ελλάδα για την οποία έχουμε αγωνιστεί, θα εξαφανιστεί ως πνευματική οντότητα.

23.00

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Ο αγνός εραστής

Ντέιβιντ Πλαντ

Ο Αμερικανός συγγραφέας Ντέιβιντ Πλαντ, μετά τον θάνατο του επί σαράντα χρόνια Έλληνα συντρόφου του Νίκου Στάγκου, ανασυνθέτει θραύσματα από τη ζωή του “αγνού εραστή” του. Απευθυνόμενος σ’ αυτόν, εξιστορεί αριστοτεχνικά και ισορροπημένα, χωρίς να αγιοποιεί, τη συγκινητική ιστορία της αγάπης τους, καθώς και τον κλονισμό που φέρνει ο θάνατος. Αναθυμούμενος και αφηγούμενος επουλώνει το πένθος του. Συγχρόνως, ανασυστήνει έναν χαμένο παράδεισο. Και αυτή η αίσθηση της αέναης παραδείσιας απλότητας περνάει αυτούσια, ακόμα και από τις πιο θλιμμένες σελίδες του βιβλίου.

16.03

Ελληνική λογοτεχνία

Το χρονικό μιας διαβολούπολης

Σοφία Αυγερινού

Όταν ο περιπλανώμενος θίασος της Σιμύρνας εγκαθίσταται στη φιλήσυχη Αγαθούπολη, κανείς δεν φαντάζεται τις ανατροπές που θα προκύψουν από τη συνύπαρξη των αχαλίνωτων καλλιτεχνών με τους νομοταγείς πολίτες. Και ποιος θα μπορέσει να αντισταθεί στους πειρασμούς της απόλυτης ελευθερίας και της υποκριτικής αγαθότητας; Μια θεατρική παράσταση παρασύρει το πλήθος σε πρωτοφανείς βιαιότητες, ένα στυγερό έγκλημα οδηγεί την πόλη στο χάος, οι άδολες ψυχές παραπαίουν και το πεπρωμένο περιφέρεται παντοδύναμο και ανίσχυρο ανάμεσα στα παραπήγματα της Διαβολούπολης των θεατρίνων και των τρελών – στο Κουκούι. «Πόσες, πόσες ζωές μπορώ να ζήσω, πείτε μου, σύντροφοι. Πείτε μου, κι εγώ θα τις ζήσω τριπλές! Γλυκός, ζεστός ο ήλιος πάνω στο κορμί, ο άνεμος δύναμη μες στα μαλλιά μου, πικρό και μαλακό το σκοτάδι του έρωτα και λίγη η χαρά. Λίγη. Πάρε με, ήλιε, τι προσμένεις; Τι κι αν πλησιάζει ο θερισμός, πάρε με συ και κάνε με αφρό και κάνε με γλάρο. Μεγάλος ο εχθρός σαν τον κοιτάς από τ’ αμπάρι μέσα στην καταχθόνια νυχτιά, μα φίλος γίνεται ψηλά στ’ άρμενα σαν κρεμιέσαι. Πήγαινε συ σαν μαύρο βέλος, αγαπημένη, και άσε με στο στόχαστρο των άστρων να γελώ!» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

13.19

Ελληνική λογοτεχνία

Κόκκινες ιστορίες

Στρατής Μυριβήλης

Tρεις ηθογραφίες με άξονα το νησί του, τη Λέσβο («Η χτικιάρα», «Το Μίζερο», «Μια παλιά ιστορία»), δύο πολεμικά αφηγήματα («Το εθελοντικό», «Κιλκίς») και δύο αλληγορικοί μύθοι («Δυο μύθοι: Ι, ΙΙ») απαρτίζουν τα περιεχόμενα της συλλογής διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες, του πρώτου λογοτεχνικού βιβλίου του Στράτη Μυριβήλη (1915).

Ο έγχρωμος τίτλος του βιβλίου, με την αναφορά στο χρώμα του αίματος, συνδέει και συνέχει όλες τις «ιστορίες» ως προς το τραγικό τέλος και τον θάνατο των ηρώων πρωταγωνιστών τους.

Αντί άλλου σχολίου, αξίζει να παρατεθεί ο απολύτως επιβεβαιωτικός κριτικός λόγος του Αντρέα Καραντώνη για τις Κόκκινες ιστορίες και τον συγγραφέα τους:
Ανήκει [ο Μυριβήλης] στην τάξη των δημιουργών που το έργο τους δίνεται από μιας αρχής ώριμο ουσιαστικά […]. Ο Μυριβήλης αποκαλύφτηκε μονομιάς με όλα του σχεδόν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Από τις πρώτες του κιόλας διηγηματογραφικές δοκιμές, τις σκληρές, τις πλασμένες από πυκνή σάρκα, τις αιματόβρεχτες Κόκκινες ιστορίες, […] το γράψιμό του το ρύθμισε και το κατεργάστηκε με φανατισμό αισθητικής ιδεοληψίας η βαθύτατη καλλιτεχνική ανάγκη τής όσο το δυνατό πιο μεστής έκφρασης, αναζητημένης πάντα μέσα στα ορθόδοξα γραμματικά πλαίσια, τα ψυχαρικά, της δημοτικής γλώσσας.

12.00

Jean-Louis Voisin, Marcel le Glay, Yann Le Bohec

Πώς κατάφερε μέσα σε λίγους αιώνες μια πολίχνη του Λατίου να επιβληθεί αρχικά στις γειτονικές πόλεις και την ιταλική χερσόνησο, κατόπιν στην Ελλάδα και την Ευρώπη και τελικά σε όλη την «οικουμένη»; Ποια ήταν η σχέση της με τις κατακτημένες περιοχές και τους κατοίκους τους; Πώς μεταλλάχθηκε η ίδια ενόσω μετατρεπόταν στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία που γνώρισε ο αρχαίος κόσμος; Πώς ολοκληρώθηκε αυτός ο ιστορικός κύκλος και τι άφησε ως κληρονομιά; Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη βόρεια Αφρική, αλλά και την Ελλάδα; Αυτά και άλλα σημαντικά ερωτήματα διερευνώνται στην κλασική εισαγωγή των Marcel Le Glay – Yann Le Bohec – Jean-Louis Voisin, ενός από τα πιο επιτυχημένα εγχειρίδια ρωμαϊκής ιστορίας της γαλλικής ιστοριογραφίας, που μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, ενημερωμένο και συμπληρωμένο για τις ανάγκες της ελληνικής έκδοσης. Το βιβλίο απευθύνεται τόσο στον φοιτητή όσο και στον γενικό αναγνώστη προσφέροντας ένα πανόραμα του ρωμαϊκού σύμπαντος, καθώς συνοδεύει την έκθεση των γεγονότων με καίριες παρατηρήσεις για την πολιτική, κοινωνική, στρατιωτική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτιστική ζωή της Ρώμης από τις απαρχές της μέχρι και το οριστικό σβήσιμό της ως επίσημης οντότητας τον 5ο αιώνα.

O Marcel Le Glay ήταν ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris IV)· υπήρξε κορυφαίος μελετητής της ρωμαϊκής θρησκείας, με έμφαση στην Αφρική. Ο Yann Le Bohec είναι ομότιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris IV)· πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους ειδικούς στη στρατιωτική ιστορία της Ρώμης. Ο Jean-Louis Voisin είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (Paris-Est Créteil Val-de-Marne, Paris XII).

42.00

Θανάσης Γιοχάλας - Ζωή Βαΐου

«Η πόλη είναι παιδί του δρόμου», είχε γράψει ο Γιόζεφ Ροτ περιπλανώμενος στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Η πόλη γεννιέται από τους δρόμους, η αστική ταυτότητα ορίζεται εκεί, η ανθρώπινη εμπειρία του άστεως βιώνεται στις διαδρομές.

Η οδός Πανεπιστημίου ολοκληρώνεται τυπικά το 1859, εκκινώντας από την περιοχή των Ανακτόρων και καταλήγοντας στην Πλατεία Ομονοίας. Οι ονομασίες «βουλεβάριον», «βουλεβάρτο», «λεωφόρος» αποδίδουν τον χαρακτήρα του δρόμου, που βρισκόταν στις παρυφές του κέντρου της νέας πόλης.

Έζησε και ζει στη διαδρομή τριών αιώνων όλες τις φάσεις της Αθήνας που συνεχώς αλλάζει. Είναι εδώ, όπως ήταν χθες, όπως θα είναι αύριο· θα υπάρχει όσο υπάρχει η πόλη. Ο χρόνος θα προσθέτει στρώματα ζωής, που θα αιμοδοτούν τους αρμούς της και θα κρατούν ζωντανή την ψυχή της.

Σαν επίλογος, μια πολυφωνική κατακλείδα με 31 κείμενα συγγραφέων σε πρώτο πρόσωπο, που λειτουργούν ως τοπόσημα με ανθρώπινα ίχνη. Η οδός Πανεπιστημίου χρωματισμένη, παλλόμενη, καλειδοσκοπική, παρούσα.

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΟΧΑΛΑΣ γεννήθηκε το 1955 στην πόλη της Κέρκυρας, όπου και έζησε τα μαθητικά του χρόνια. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Εργάστηκε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση.

Συνέγραψε με την Τόνια Καφετζάκη το βιβλίο Αθήνα. Ιχνηλατώντας τη πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 από την Εστία.

Η ΖΩΗ ΒΑΪΟΥ γεννήθηκε το 1958 στο Βασιλικό Χαλκίδας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση.

Ο Θανάσης Γιοχάλας και η Ζωή Βαΐου συνέγραψαν από κοινού τα βιβλία, Ο Κίτσος ο λεβέντης και άλλες αγγελίες (Δεκ. 2016, Εστία) και Η Αθήνα τον 19ο αιώνα. Εικόνες μιας οδοιπορίας μέσω του Τύπου (Σεπτ. 2021, Εστία).

29.00

Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης

Ποιος ήταν ο πολιτειακός χαρακτήρας του καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά; Ποιες ήταν οι πηγές έμπνευσης, οι προθέσεις και οι καθεστωτικές πρακτικές του; Είχαμε άραγε ποτέ φασισμό (με την κλασική, μεσοπολεμική και ιστορικοποιημένη έννοια του όρου) στη χώρα μας;

Η μελέτη του καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά οδηγεί αυτομάτως τον νου στο ζήτημα του φασιστικού φαινομένου. Σε αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα αποσκοπεί να απαντήσει το παρόν βιβλίο. Τα φασιστοειδή εξωτερικά σύμβολα (π.χ. ο χαιρετισμός διά της προτεταμένης παλάμης, ο διπλούς μινωϊκός πέλεκυς κ.ά.) και τα φασίζοντα δομικά στοιχεία του (όπως ο κορπορατισμός και το «σπαρτιατικόν ιδεώδες» της ΕΟΝ) έχουν επισκιάσει τον βαθύτατα συντηρητικό χαρακτήρα του μεταξικού καθεστώτος.

13.80

Ελληνική λογοτεχνία

Το όνειρο και το πάθος

Χριστίνα Ντουνιά

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται καινούργια στοιχεία για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, έναν από τους πιο σημαντικούς ποιητές του ελληνικού εικοστού αιώνα, διατυπώνονται νέες ερμηνευτικές προτάσεις και φωτίζονται όψεις της διανοητικής και πολιτισμικής ιστορίας που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του έργου του.

Στο πλαίσιο αυτό, η Χριστίνα Ντουνιά διερευνά τη θέση του ανάμεσα στους συνοδοιπόρους της πρώτης μεσοπολεμικής δεκαετίας, τη σχέση του με τον Κ. Π. Καβάφη και την Μαρία Πολυδούρη, αλλά και τη θητεία του στο έργο των Ε. Α. Πόε, Σάρλ Μπωντλαίρ και των εκπροσώπων της Ντεκαντάνς, ενός δυναμικού ρεύματος που οδήγησε στις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα.

Η συγγραφέας, συνδυάζοντας ελκυστικό λόγο και ουσιαστική γνώση, αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους η μελαγχολική ροπή, η εμπειρία της ασθένειας, η αγωνία της ύπαρξης, τα ερωτικά αδιέξοδα, η κοινωνική υποκρισία, η ταραγμένη πολιτική κατάσταση, το δράμα των προσφύγων, το συνδικαλιστικό κίνημα δίνουν αντισυμβατική και ρηξικέλευθη διάσταση στο έργο του Καρυωτάκη, το οποίο αποτελεί τομή στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: η εμπειρία ενός κόσμου κατακερματισμένου, δίχως συνεκτικούς δεσμούς, μέσα στον οποίο το άτομο νιώθει αποξενωμένο και αλλοτριωμένο, είναι η προβολή της «μοντέρνας» συνείδησης σε μια ποίηση που προκαλεί ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.

22.00

Ελληνική λογοτεχνία

Η γραμμή του ορίζοντος

Χρήστος Βακαλόπουλος

H TAYTOTHTA THΣ γράφει Pέα Φραντζῆ, ἐλαφρά ντυμένη, ἔχει μερικά λεφτά, κάθεται μέ τήν πλάτη ἀκουμπισμένη στόν τοῖχο τοῦ μικροῦ μαγέρικου, στήν πλατεία τοῦ Ἄνω Kάμπου, ἀπέναντι ἀπό τήν ἄσπρη ἐκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετά τήν Ἀποκάλυψη, ἐννιακόσια χρόνια ἀπό τότε πού ὁ μοναχός Xριστόδουλος ἔχτισε ἕνα μοναστήρι ἐκεῖ πού ἦταν ὁ ναός τῆς Ἀρτέμιδος, τρεῖς μέρες ἀπό τότε πού χώρισε μέ τόν ἄντρα της. Ἡ ἄσπρη ἐκκλησία τρυπάει τόν γαλάζιο οὐρανό, γιά πρώτη φορά βλέπει ζωντανή μπροστά στά μάτια της τήν ἑλληνική σημαία. Kάτω ἀπό τή σημαία παρελαύνει πάνοπλος ὁ ξανθός κόσμος, πηγαίνει νά ψηθεῖ, πηγαίνει γιά μπάνιο, τρέχει νά ξεκουραστεῖ. Kανείς δέν προσέχει τή σημαία πού στέκει ἀόρατη, μόνο μιά γυναίκα πού μόλις χώρισε εrναι σέ θέση νά τήν ἀντιληφθεῖ, βγάζει τά μαῦρα γυαλιά καί ὁ ἥλιος τήν τυφλώνει.

 

16.76

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Γράψιμο… Τι ιδέα κι αυτή!

Φλοράνς Νουαβίλ

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Φλοράνς Νουαβίλ και ο σύζυγός της συνδέονταν με μακρά φιλία με το ζεύγος Κούντερα.

Έτσι λοιπόν προέκυψαν κι αποτυπώθηκαν στο βιβλίο αυτό σκηνές πονηρούτσικης συνενοχής, γεύματα μεσημεριανά στο Τουκέ, επισκέψεις στο διαμέρισμα του ζεύγους, συναντήσεις καφενειακές, η αβάσταχτη νοσταλγία μιας ασήμαντης φλυαρίας σ’ ένα εξοχικό εστιατόριο, στιγμές κι αισθήσεις στιγμιαίες που ζωντανεύουν με τρυφερότητα το (βιωμένο) έργο και τη (μυθιστορηματική) ζωή του Μίλαν Κούντερα.

Η κεντροευρωπαϊκή πολιτισμική ρίζα που διαπερνά τη σκέψη και τη δράση του Κούντερα αναδεικνύεται εδώ γλαφυρά: Σπαράγματα από κείμενα και συζητήσεις, αναμνήσεις, ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο από τη Βοημία και πλήθος φωτογραφίες συγκεντρώνονται με έναν και μόνο στόχο: να γεννήσουν στον αναγνώστη την επιθυμία της (επαν)ανακάλυψης ενός μέγιστου καλλιτέχνη του 20ού αιώνα.

Συγγραφέας όσο και μουσικός, ο Μίλαν Κούντερα, εχθρός του δημόσιου κουτσομπολιού και της πληκτικής βιογράφησης, βρήκε στη Φλοράνς Νουαβίλ μια γραφίδα ικανή να αναδείξει την ειρωνική, αποστασιοποιημένη ματιά του και τη μέγιστη ικανότητά του για εμβάθυνση, αλλά κι εκείνα τα αστεία με τα οποία τρέφουμε όλοι μας τα όνειρα και τα ψέματά μας.
Κριτικές

19.00

Μαρία Πολυδούρη

H Μαρία Πολυδούρη έχει από καιρό περάσει στην περιοχή του λογοτεχνικού μύθου: είναι το σύμβολο της πρόωρα χαμένης ομορφιάς και του μοιραίου έρωτα, της παράφορης νεότητας και της αυθεντικής ποιητικής κατάθεσης.

Στη νέα έκδοση των Ποιημάτων, εμπλουτισμένης με ανέκδοτα έργα που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα σε ιδιωτικά αρχεία ή ελάνθαναν δημοσιευμένα σε δυσεύρετα έντυπα, συγκεντρώνονται όλα τα ευρισκόμενα ποιήματά της και πλαισιώνονται συστηματικά με φιλολογικά σχόλια.

Η μελέτη Μαρία Πολυδούρη ή «τα ρόδα του αίματος», που περιλαμβάνεται στο επίμετρο του τόμου, αναδεικνύει τους βασικούς άξονες του έργου της, τη σχέση με την ευρωπαϊκή και την ελληνική λογοτεχνική παράδοση καθώς και τις περιπέτειες της πρόσληψής του. Ένα κρίσιμο ζήτημα, στο οποίο εστιάζει η εργασία της επιμελήτριας του τόμου Χριστίνας Ντουνιά, είναι αν –και σε ποιο βαθμό– η ποίηση της Πολυδούρη μπορεί να διαβαστεί, όχι σαν μνημείο του παρελθόντος, αλλά σαν μια σύγχρονη, ζωντανή τέχνη.

Η Χριστίνα Ντουνιά είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην École des Hautes Études en Sciences Sociales, στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης και στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και εργάστηκε ως κριτικός λογοτεχνίας στο περιοδικό Αντί.

Άλλα βιβλία της: Λογοτεχνία και Πολιτική στο Μεσοπόλεμο. Τα περιοδικά της Αριστεράς, (Καστανιώτης, 1996), Βρέχει σ’ αυτό το όνειρο, (Καστανιώτης, 1998), Κ. Γ. Καρυωτάκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης, (Καστανιώτης, 2000) (Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου), Ντόρα Ρωζέττη, Η ερωμένη της, (Φιλολογική επιμέλεια – Επίμετρο), (Μεταίχμιο, 2005), Πέτρος Πικρός. Τα όρια και η υπέρβαση του νατουραλισμού, (Γαβριηλίδης, 2006). Επιμελήθηκε και έγραψε τις εισαγωγές στα βιβλία του Πέτρου Πικρού: Χαμένα κορμιά, Άγρα, 2009, Σα θα γίνουμε άνθρωποι, Άγρα, 2009, Τουμπεκί, Άγρα, 2010, Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο και άλλα πεζά,εκδ. της Εστίας, 2014.

21.75

Ελληνική λογοτεχνία

γιακαράντες

Φοίβος Οικονομίδης

«Του είπα φοβάμαι ότι ο κόσμος τελειώνει. Μου είπε ότι καταλαβαίνει, όμως πρέπει να θυμάμαι ότι ο κόσμος δεν τελειώνει και να διαβάζω λιγότερες ειδήσεις και να φροντίζω τον εαυτό μου με αρκετό ύπνο, καλή διατροφή και γυμναστική.

Του είπα δεν είναι ο ύπνος και η διατροφή το θέμα μου, θέλω να ηρεμήσω, δεν θέλω να φοβάμαι τόσο, δεν θέλω να φρικάρω τόσο, θέλω το μυαλό μου να σταματήσει να κάνει τόσο θόρυβο για να μπορώ να ακούσω τους άλλους, θέλω μια λύση, θέλω να σταματήσει το άγχος, θέλω να γυρίσω πίσω, δεν ξέρω πού πίσω αλλά θέλω να γυρίσω κι αν δεν μπορώ να γυρίσω τότε θέλω να βρω ένα ασφαλές μέρος εδώ γιατί κουράστηκα και το θέμα είναι πως νιώθω ότι εγώ φταίω, εγώ φταίω που είμαι χαλασμένος, όχι ο κόσμος, δεν θέλω αρκετό ύπνο, θέλω να ξυπνάω το πρωί και να μπορώ να πω, απλώς, ξύπνησα και τίποτα άλλο, θέλω να σταματήσει η απελπισία, εσύ τι θα ’κανες;

Ως γλωσσικό μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, μου απάντησε, δεν έχει προσωπικές εμπειρίες ούτε συναισθήματα. Οπότε δεν είναι ικανό να κάνει τίποτα».

Ο Δημήτρης Μπακάλμπασης είναι μηχανικός λογισμικού σε ένα από τα μεγαλύτερα social media παγκοσμίως και πρόσφατα ξεκίνησε να πηγαίνει σε ψυχολόγο για να διαχειριστεί το άγχος του. Κάτι, που στην αρχή μοιάζει με fake news, αποδεικνύεται πραγματικό: όλο και περισσότεροι άνθρωποι, κυρίως νέοι, υποκύπτουν σε μια ολοκληρωτική, ανεξήγητη εξάντληση. Μεταξύ τους και ο συγκάτοικός του.

Ο Δημήτρης θα αναζητήσει έναν τρόπο για να παραμείνει λειτουργικός. Καθώς όμως το μυαλό του καταρρέει και ο κόσμος συνεχίζει να γυρνάει λες και δεν συμβαίνει τίποτα, θα αναζητήσει μια διέξοδο: οτιδήποτε μπορεί να τον ανακουφίσει.

Μια ιστορία για όλα όσα κάνουμε, προκειμένου να αποσπάσουμε την προσοχή μας από την κάποτε ανυπόφορη πραγματικότητα. Κι ένα μυθιστόρημα στοχαστικής αναζήτησης και βραδυφλεγούς δράσης.

 

16.00