Βλέπετε 46–60 από 77 αποτελέσματαSorted by latest

Εστία / Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Πέτερ Χάντκε

Η πόρτα άνοιγε με κέρμα του ενός σελινιού, κι όταν την κλείδωσα πίσω μου, ένιωσα πρώτα-πρώτα μια κάποια θαλπωρή ή το συναίσθημα πως ήμουν σε καλά χέρια. Ξάπλωσα χωρίς να το πολυσκεφτώ πάνω στα πλακάκια του δαπέδου, βάζοντας το σακίδιο για προσκέφαλο. Ο καμπινές ήταν βέβαια τόσο μικρός, ώστε ούτε κατά διάνοια δεν μπορούσε κανείς να τεντωθεί, οπότε λοιπόν κι εγώ κουλουριάστηκα εν είδει ημικυκλίου γύρω από τη λεκάνη, με το κεφάλι ακουμπισμένο στον πίσω τοίχο. Το φως σ’ αυτό το μάλλον ευρύχωρο δημόσιο αφοδευτήριο, πολύ ζωηρό, κατάλευκο, έμενε αναμμένο όλη τη νύχτα κι έφτανε ελάχιστα μόνο χαμηλωμένο στον καμπινέ, που ήταν ανοιχτός από πάνω αλλά, στο φάρδος παιδικού ποδιού, και από κάτω. Σκεπασμένος με μερικά ρούχα από το σακίδιο προσπάθησα να διαβάσω, τους «Μπούντενμπροκ» του Τόμας Μαν, που μάλλον με ξένιζαν για καιρό, αλλά ξαφνικά την προηγουμένη στο Ραντεντχάιν με είχαν συνεπάρει και ενθουσιάσει, εκεί στο τέλος όταν έρχεται η έσχατη ώρα και ο ετοιμοθάνατος αρχίζει να διαλογίζεται την τελευτή με εντελώς ανάλαφρο τρόπο.

Το πιο απροσδόκητο από τα πέντε «δοκίμια» του νομπελίστα Πέτερ Χάντκε έχει ως αντικείμενο το «μέρος», και μάλιστα σε όλες τις εκδοχές του, από τον απόπατο στο αγροτόσπιτο του παππού μέχρι τα περίτεχνα αποχωρητήρια των ιαπωνικών ναών. Ποιος θα περίμενε ότι αυτός ο δεξιοτέχνης της εσωτερικότητας θα έστρεφε κάποτε την προσοχή στο πιο αποσιωπημένο και ανάδελφο αναχωρητήριο της καθημερινής ζωής; Στο αφήγημα αυτό του Αυστριακού συγγραφέα το θέμα δεν είναι βέβαια τα τεκταινόμενα στην τουαλέτα, αλλά η ανατομία της στιγμιαίας αναχώρησης από τη φορτική πολυκοσμία και λογοδιάρροια των ανθρώπων που σου κόβει μερικές φορές τη λαλιά. Υπ’ αυτό το πρίσμα το κάθε αποχωρητήριο γίνεται μια μικρή ουτοπία, προσωρινό καταφύγιο από την τύρβη. Δεν πρόκειται για άρνηση του κόσμου, αλλά για μια συνειδησιακή ανάπαυλα πριν επανέλθει κανείς με νέα ευγλωττία σ’ αυτόν ακριβώς τον αναπόφευκτο κόσμο. Ο Πέτερ Χάντκε γεννήθηκε το 1942 στην Καρινθία της Αυστρίας. Η μητέρα του ήταν σλοβενικής καταγωγής και ο πατέρας του Γερμανός στρατιώτης. Σπούδασε νομικά στο Γκρατς, αλλά διέκοψε τις σπουδές του το 1966, όταν δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Σφήκες. Την ίδια χρονιά ανέβηκε στη Φρανκφούρτη σε σκηνοθεσία Κλάους Πάιμαν το θρυλικό θεατρικό του Βρίζοντας το κοινό. Χαλκέντερος συγγραφέας, ο Χάντκε δημοσίευσε έκτοτε δεκάδες μυθιστορήματα, νουβέλες και θεατρικά έργα και θεωρείται πια ένας από τους κλασικούς μοντέρνους του 20ού αιώνα. Μετέφρασε επίσης ξένους συγγραφείς στα γερμανικά, μεταξύ άλλων τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία. Το 2019 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Από την Εστία, σε μετάφραση Σπύρου Μοσκόβου, κυκλοφορούν η νουβέλα Η μεγάλη πτώση, Η ανέμελη δυστυχία, Η δεύτερη μάχαιρα και το Δοκίμιο για το αποχωρητήριο, Θα ακολουθήσουν τα: Περί κοπώσεως και Περί επιτυχημένης μέρας.

 

14.00

Ελληνική λογοτεχνία

Του Θεού το μάτι

Γιάννης Μακριδάκης

ΛΙΓΑΚΙ ΠΑΡΑΚΕΙ ΠΑΝΕ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΑ ΞΙΝΑ ΚΑΘΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΛΟΞΟΚΟΙΤΑΖΟΥΝΕ. Εγώ που τους ξέρω, τους αντιλαμβάνομαι. Νιώθω το μάτι τους όση ώρα τρωγοπίνω και είναι καρφωμένο απάνω μου. Οι μουσαφιραίοι όμως δεν νιώθουνε τίποτα, Διομήδη. Σου λέει, εξοχή είναι, πουλιά έχει. Πού να ξέρανε πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε και πως λένε, άντε να ξεκουμπιστείτε, να πάμε κι εμείς στο σπίτι μας. Μόνο το Λούγαρο, που είναι σπουδαγμένος απάνω σ` αυτά, ξέρει πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε ανελλιπώς. Και πως μας μιλούνε κιόλας. Αυτό το πιστεύει κι ο Κότσυφας βέβαια, όπως σου `πα, αλλά αυτός δεν πιάνεται διότι μπορεί να το λέει έτσι, μέσα από την παλαβωμάρα του. Ξέρεις, αυτοί οι ιδεολόγοι έχουνε όλο κάτι τέτοιες θεωρίες, αλλά ανάθεμα κι άμα πιστεύουνε στο βάθος βάθος τίποτα. Μόνο για τη μόστρα μού φαίνεται πως τα λένε. Για να κάνουνε τους εξωτικούς και να τραβούνε το ενδιαφέρον των γυναικών. Καλή ώρα σαν τη δικιά μου. Τέλος πάντων. Αυτά όμως που σου λέω ισχύουνε, Διομήδη. Είναι πράματα που τα `χουνε μελετημένα οι επιστήμονες. Έχουνε κάμει πειράματα κι έχουνε βγάλει αποφθέγματα. Ένα πουλάκι μού το μαρτύρησε, έτσι μας έλεγε η μάνα μας σαν ήμαστε μικροί και κάναμε καμιά ζημιά. Διότι όλα τα ξέρουνε τα πουλιά. Τα πουλιά είναι του θεού το μάτι από πάνω μας, Διομήδη. Είναι η συνείδησή μας τα πουλιά.

Καθώς το κατασκευάζει, ο Πεπόνας αφηγείται στο σκιάχτρο του την πολυκύμαντη ζωή του, που τώρα πια, μετά τη σύνταξη, ολοκληρώνεται στο κτηματάκι του. Στην αφήγησή του παρελαύνουν αλλόκοτοι άνθρωποι με ονόματα ζώων ή φυτών, πουλιά και διάφορα άλλα ζωντανά με ονόματα ανθρώπινα, αλλά και ψυχωμένα άψυχα, σαν τον Διομήδη το σκιάχτρο. Η γενεαλογία της φύσης και η γενεαλογία των ανθρώπων συναντιούνται παντού, εκτός από την πολιτική και την κρίση. Οι πληγές του σύγχρονου κόσμου διατρέχουν το σύμπαν της νουβέλας. Ένα σύμπαν που παίρνει φωνή, αρθρώνεται και απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο στον καθρέφτη του.

12.37

Θεοδόσιος Π. Τάσιος

Η χρήση του αγαθού της γλώσσας είναι τόσο γενική και τόσο “αυτόματη”, όσο ίσως είναι κι η ανάσα. Κι όπως δεν σκεπτόμαστε πόσο πολύτιμη είναι η περίπλοκη φυσιολογία της Αναπνοής, άλλο τόσο δεν μας απασχολεί το πόσο θεμελιώδης για την ύπαρξή-μας είναι η Γλώσσα.

Όμως, χάρις στους ακάματους Γλωσσολόγους μας, διατίθενται τόσο πολλές και βαθειές γνώσεις γι’ αυτήν, ώστε μπορούμε κι εμείς να απολαύσομε ένα μέρος απ’ αυτή τη γνώση.

Εμείς οι απλοί Χρήστες της γλώσσας έχομε κι ένα πρόσθετο πρακτικό ενδιαφέρον: αφενός είμαστε καλλιεργητές της γλώσσας (στον καθημερινό, τον επιστημονικό και τον καλλιτεχνικό λόγο), αφετέρου πολύ συχνά έχομε ειδικές εκφραστικές ανάγκες, τις οποίες θέλομε και να τις περιγράφομε.

Σκέφθηκα λοιπόν να συμμερισθώ μαζί-σας τις δικές-μου γλωσσικές αντιλήψεις, όπως τις διδάχθηκα απ’ τους ειδικούς, αλλά κι όπως τις απόχτησα από πείρα πολύχρονη.
Επομένως, το βιβλίο αυτό έχει κυριότατα πρακτικούς σκοπούς – λέει όμως και τον πόνο μου: για παράδειγμα, δεν αντέχω άλλο να με βάζουνε να γράφω “κατά νουν”, ενώ εγώ σωστά διαβάζω “κατα νούν”…

20.70

Όλια Λαζαρίδου

– Ποιος είναι ο τόπος καταγωγής σου, Όλια Λαζαρίδου;

– Η ακτή.

Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμα ποίημα. Το κείμενο της Όλιας, περισσότερο με μια ταπεινή προσευχή μοιάζει, που κόβει όμως άμα δεν προσέξεις. Όπως τα σπασμένα κοχύλια. Βασισμένη στις αναμνήσεις της (κορίτσι, έρωτας, αποχωρισμός) δεν φλυαρεί. Στείβει το βίωμά της ώστε τελικά καταφέρνει να μην εξουθενωθεί στη νοσταλγία του παρελθόντος. Γιατί αυτό που επιθυμεί είναι να τα βάλει με τη μηδενιστική τροπή του παρόντος.

Ουσιαστικά πρόκειται για ένα γλυκό παραλήρημα εκ βαθέων, που η ροή του ακολουθεί πιστά τις διαδρομές του μυαλού μόνο όταν έχεις τα μάτια κλειστά. Κάτι σαν προσωπικό κόσμημα, από αυτά που μαζεύεις στο γιαλό. Τα βάζεις στο αυτί και διαρρέουν τα μυστικά των αέρηδων. Γιατί, πάνω απ’ όλα, αυτό που θέλει να μας υπενθυμίσει είναι πως το σπίτι της τέχνης δεν είναι ένα παλάτι, όπως πολλοί ξεγελάστηκαν. Ο τόπος του ποιήματος είναι ένα μικρό εξομολογητήριο.

– Σταμάτα λίγο να μιλάς και κοίτα με στα μάτια.

9.90

Μίλαν Κούντερα

Ο δικός μου κόσμος δεν είναι ο κόσμος των θεωριών. Οι σκέψεις αυτές είναι σκέψεις ενός πρακτικού. Το έργο κάθε μυθιστοριογράφου περιλαμβάνει μια εγγενή αντίληψη της ιστορίας του μυθιστορήματος, μια ιδέα για το τι εστί μυθιστόρημα. Σ’ αυτήν ακριβώς την ιδέα περί μυθιστορήματος που εμπεριέχεται στα μυθιστορήματα μου έδωσα τον λόγο.»

16.00

Μίλαν Κούντερα

Να φωτίζεις τα σοβαρότερα προβλήματα και ταυτόχρονα να μη γράφεις ούτε μία σοβαρή φράση, να γοητεύεσαι από την πραγματικότητα του σημερινού κόσμου και ταυτόχρονα να αποφεύγεις κάθε ρεαλισμό, αυτό είναι η “Γιορτή της ασημαντότητας”. Όποιος γνωρίζει τα προηγούμενα βιβλία του Κούντερα ξέρει ότι δεν είναι διόλου απροσδόκητη η συνήθειά του να ενσωματώνει σ’ ένα μυθιστόρημα ένα “ασόβαρο” κομμάτι. Σε αρκετά κεφάλαια της “Αθανασίας” ο Γκαίτε με τον Χέμινγουέι περπατούν μαζί, φλυαρούν και διασκεδάζουν. Και στη “Βραδύτητα” η Βέρα, η γυναίκα του συγγραφέα, λέει στον άντρα της: “Συχνά μου έλεγες πως θες να γράψεις κάποτε ένα μυθιστόρημα όπου καμία λέξη δεν θα είναι σοβαρή… σε προειδοποιώ: φυλάξου: καραδοκούν οι εχθροί σου”. Όμως ο Κούντερα, αντί να φυλαχτεί, πραγματοποιεί επιτέλους στο ακέραιο το παλιό αισθητικό όραμά του, σ’ αυτό το μυθιστόρημα που μπορεί κανείς να το δει και σαν θαυμαστή σύνοψη ολόκληρου του έργου του. Παράξενη σύνοψη. Παράξενος επίλογος. Παράξενο γέλιο, που το εμπνέει η εποχή μας, που είναι κωμική επειδή έχασε κάθε αίσθηση του χιούμορ. Τι άλλο μπορεί να πει κανείς; Τίποτα. Διαβάστε!

16.03

Μίλαν Κούντερα

Περισσότερο από κάθε άλλο μυθιστόρημα του Κούντερα, «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Η Τερέζα ζηλεύει. Η ζήλια της δαμάζεται την ημέρα αλλά τη νύχτα ξυπνάει, μεταμφιεσμένη σε όνειρα που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ποίηση του θανάτου. Στη μακριά της πορεία συνοδεύεται απ’ τον άντρα της, τον Τόμας, μισό Δον Ζουάν, μισό Τριστάνο, που είναι διχασμένος ανάμεσα στον έρωτά του για εκείνη και στους ακατανίκητους πειρασμούς του. Η μοίρα της Σαμπίνας, μιας από τις ερωμένες του Τόμας, απλώνει το νήμα της αφήγησης σε όλο τον κόσμο. Έξυπνη, όχι συναισθηματική, εγκαταλείπει τον Φραντς, τον μεγάλο έρωτά της στη Γενεύη, και κυνηγάει την ελευθερία της από την Ευρώπη στην Αμερική, για να μην μπορέσει στο τέλος να βρει παρά την «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Πραγματικά, ποια αρετή -βαρύτητα ή ελαφρότητα- ανταποκρίνεται καλύτερα στην ανθρώπινη μοίρα; Και πού σταματάει το σοβαρό για να παραχωρήσει τη θέση του στο επιπόλαιο, και αντιστρόφως;

Με τη δική του τέχνη του παραδόξου, ο Κούντερα θέτει τα ερωτήματα αυτά σ’ ένα σύνθετο κείμενο, ξεκινώντας από μερικά απλά δεδομένα, που όμως αδιάκοπα εμπλουτίζονται με καινούριες αποχρώσεις, μέσα σ’ ένα παιχνίδι εναλλαγών όπου συναντιώνται αφήγηση, όνειρο και σκέψη, πρόζα και ποίηση, πρόσφατη και αρχαία ιστορία. Ποτέ άλλοτε ίσως στο έργο του Κούντερα δεν βρέθηκαν ενωμένες όσο μέσα στο κείμενο αυτό η σοβαρότητα και η αφέλεια. Ακόμη και ο θάνατος έχει εδώ ένα πρόσωπο διπλό: μιας γλυκειάς ονειρικής θλίψης και μιας σκληρής μαύρης φάρσας. Γιατί το μυθιστόρημα αυτό είναι επίσης μια μελέτη θανάτου: του θανάτου των ανθρώπινων όντων, αλλά ακόμη και του θανάτου -πιθανού- της γηραιάς μας Ευρώπης.

21.15

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Ο αγαπών σε, Μίτιας

Μ.Καραγάτσης

Η ανέκδοτη αλληλογραφία του Μ. Καραγάτση με τους συμφοιτητές του Γιώργο Ρωμανό και Νικόλαο Κάλας μας αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της προσωπικής ιστορίας του, που αφορούν –μεταξύ άλλων– και στη συγγραφή του Συνταγματάρχη Λιάπκιν (1933): «Το έργο μου μάλλον θα εκδοθεί. Είναι καθαρά κομμουνιστικό. Μου φαίνεται ότι σου ανάγγειλα την προσχώρηση μου στις ιδέες της Γ? Διεθνούς», γράφει στον Ρωμανό, ενώ παράλληλα πληροφορεί τον Κάλας για την αναστάτωση που επικρατεί στο θεσσαλικό κάμπο, προσδοκώντας την «επανάσταση».

Ο Καραγάτσης γοητεύεται από τις ιδέες της κομμουνιστικής Αριστεράς σπρωγμένος από τη νεανική ροπή του προς την αμφισβήτηση των κοινωνικών στερεοτύπων, αλλά και επειδή θεωρεί τον ρεαλισμό ως την ενδεδειγμένη μέθοδο για την καλλιέργεια του νεοελληνικού μυθιστορήματος. Οι επιστολές αλλά και οι ημερολογιακές σημειώσεις του 1931, όπως καταδεικνύει και στο Επίμετρό της η Χριστίνα Ντουνιά, δεν μας προσφέρουν μόνο ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη βιογραφία του Καραγάτση, αλλά εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας σχετικά με τη διαμόρφωση του λογοτεχνικού πεδίου, στις αρχές μιάς κρίσιμης δεκαετίας και συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόηση του έργου του.

15.30

Ελληνική λογοτεχνία

Βορράς

Φοίβος Οικονομίδης

Τότε, ξαφνικά, κατάλαβε ότι τα αστέρια που κρέμονταν από πάνω τους ήταν αληθινά και ανεξήγητα και ότι είχαν αργήσει λίγο να τα κοιτάξουν με ειλικρίνεια. Κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε νωρίς μα ούτε και αργά για να πεθάνουν όλοι τους, και ότι ο πατέρας του Μάρκου είχε πεθάνει για πάντα. Κατάλαβε, επίσης, ότι δεν ήταν νωρίς μα ούτε και αργά για το οτιδήποτε, κατάλαβε ότι ο κόσμος ήταν παντού γύρω τους και ήταν τραχύς και αιχμηρός και αδιάφορος και ότι κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τους βοηθήσει. Ένιωσε στο πετσί του ότι η ζωή του θα έσβηνε και θα ξεχνιόταν και, επομένως, μέχρι τότε θα ήταν εγκληματικό να κάνει οτιδήποτε δεν ήθελε και αντιστοίχως να απέχει από οτιδήποτε επιθυμούσε γιατί ούτως ή άλλως τίποτα δεν θα υπήρχε μετά, κανένας απολογισμός, θέλησε τότε όλο το σύμπαν μέσα στο κουτάκι της μπύρας του, να το πιει και να το τελειώσει, να τσαλακώσει το κουτάκι και να το πετάξει για να μην προλάβει τίποτα να συμβεί χωρίς εκείνον παρόντα.

“Εσύ τι πιστεύεις, Άλεξ;” ρώτησε ο Σπύρος.

“Τι εννοείς;”

“Γα την ευτυχία”.

Σε εννιά μέρες τα συναισθήματα των ανθρώπων θα παγώσουν. Ένας κομήτης θα πέσει στη Γη, οι τοξίνες του θα απελευθερωθούν στην ατμόσφαιρα και εξαιτίας τους οι άνθρωποι θα αισθάνονται για το υπόλοιπο της ζωής τους ακριβώς όπως αισθάνονταν την ώρα της σύγκρουσης. Ο Αλέξανδρος, φοιτητής στην Αθήνα, θα σκάψει βαθιά μέσα και γύρω του και θα πασχίσει να κατανοήσει τους ανθρώπους, τον έρωτα, τον πόνο και τη νοσταλγία· αγωνιά να προφτάσει την ευτυχία, ώστε να την εξασφαλίσει για πάντα.

12.42

Ελληνική λογοτεχνία

Πολεμική μηχανή

Χάρης Καλαϊτζίδης

“Ο πόλεμος μεταμορφώνεται χωρίς ποτέ ν’ αλλάζει. Μπαίνει ολοένα και πιο βαθιά, τρυπώνει στην καμινάδα ως αντίστροφος καπνός και γεμίζει τα σπίτια μας μ’ αδιάκοπες συγκρούσεις. Το κόκκινό του σύννεφο μάς τυλίγει. Δεν κλαίμε στην κουζίνα· λιμοκτονούμε ξύνοντας τις άπειρες πληγές μας – ψίθυροι μάς τρώνε τα πλευρά, πιάτα σπάνε μόνα τους, ραδιοφωνικές εκπομπές προβλέπουνε την ώρα του θανάτου. Είναι ένας πόλεμος παντού, σε κάθε λέξη που λέγεται ή δεν λέγεται, σε κάθε χειρονομία που γίνεται ή δεν γίνεται, όλη μας η ζωή μια ατέρμονη πράξη πολέμου.

Οι μέρες αυτοκτονούν κι η σύρραξη εσωτερικεύεται, εγγράφεται στο σώμα μας και μαίνεται βουβή. Πια βλέπουμε φυλές να σφάζονται πάνω στον θώρακά μας, καθημερινά χαράσσουνε τη γυμνή μας σάρκα κατακτώντας γόνατα και μπούτια κι ευνουχίζοντάς μας στ’ όνομα νεκρών θεών. Ο πόλεμος μπαίνει ακόμα πιο μέσα, τόσο που το μέσα και το έξω δεν έχουν πια καμία ουσιαστική διαφορά, κι έτσι εκείνος ξεχύνεται πάνω στη θωριά της φύσης, ανάγεται σ’ οντολογική συνθήκη, ορίζει τον αέρα που αναπνέουμε και τις σχέσεις ανάμεσα στ’ αβάπτιστα στοιχεία: Υπάρχει μια σκληρότητα στα κλαδιά των δέντρων μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ανθρώπινη κτηνωδία· το νερό ουρλιάζει σαν εξατμίζεται, τα φύλλα που πέφτουν είναι εγκλήματα, ο κόσμος μας ψυχορραγεί κι εμφύλια λαμπαδιάζει”.

Ένα βιβλίο για τον φασισμό, τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα και τη δυνατότητα απελευθέρωσης.

12.42

Ελληνική λογοτεχνία

Τα απόνερα της Σοφίας

Γιάννης Μακριδάκης

Πάντως τότε, μπορεί σε τίποτε άλλο να μην τον παίρναμε στα σοβαρά, αφού αυτό μας έβγαινε αυθορμήτως να πράττουμε ως άμυνα έναντι της γενικότερης πλοιαρχικής συμπεριφοράς του μέσα στο σπίτι, μπορεί επίσης με τις βιβλιοθήκες του, παρά τις εντολές και τις συνεχείς παραινέσεις του, να μην ασχολήθηκε ουσιαστικά ποτέ κανείς μας πλην της αδελφής μου, της Ιωάννας, η οποία τις είχε πάρει ράφι προς ράφι και διάβαζε τα πάντα, ένα προς ένα από μικρή· τις γνώσεις του όμως περί βιβλίων και συγγραφέων, αν και μας ήταν παντελώς άχρηστες και αδιάφορες αφού δεν μας ενδιέφερε διόλου το αντικείμενο, δεν είχαμε λόγο να τις αμφισβητήσουμε.

Έτσι, εκείνο το απόγευμα δεν μπορούσε και δεν ήθελε φυσικά κανείς μας να αντιπαρατεθεί στα όσα υποστήριζε για την ποιότητα της γραφής μου. Ιδίως εγώ, που όσο τον άκουγα ένιωθα πως κρυφοφτερούγιζε μέσα μου, έτοιμη να απογειωθεί ξανά, η ισοπεδωμένη μου αυτοπεποίθηση, μετά το ερωτικό στραπάτσο που είχα βιώσει για πρώτη φορά στη ζωή μου λίγες ώρες πρωτύτερα και με είχε οδηγήσει σε μια πρωτόγνωρη αίσθηση πλήρους αυτοακύρωσης.

Τον Ζαχαρία Μελιτάκη τον έριξε στη συγγραφή ένας ύπουλος συνδυασμός πατρικής χειραγώγησης και ερωτικής απογοήτευσης. Τα απόνερα της Σοφίας τον πήραν και τον σήκωσαν. Βρήκε όμως σωσίβιο να πιαστεί στα δέντρα της Αθήνας.

15.52

Μισέλ Φουκώ

Οι παραδόσεις με τίτλο “Το θάρρος της αλήθειας” είναι οι τελευταίες που έδωσε ο Μισέλ Φουκώ στο Κολέγιο της Γαλλίας, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1984. Πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 25 Ιουνίου 1984. Το πλαίσιο αυτό παρακινεί τον αναγνώστη να δει τις εν λόγω παραδόσεις σαν μια φιλοσοφική διαθήκη, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που η θεματική του θανάτου είναι έντονα παρούσα, ιδίως στη νέα ανάγνωση που προτείνει ο Φουκώ, ακολουθώντας τον Ντυμεζίλ, για τα τελευταία λόγια του Σωκράτη («Κρίτων, χρωστάμε έναν πετεινό στον Ασκληπιό!»), θεωρώντας τα έκφραση βαθιάς ευγνωμοσύνης προς τη φιλοσοφία, η οποία θεραπεύει από τη μόνη σοβαρή ασθένεια: εκείνη των ψευδών απόψεων και των προκαταλήψεων.

Αυτός ο κύκλος παραδόσεων συνεχίζει και ριζοσπαστικοποιεί τις αναλύσεις του αμέσως προηγούμενου έτους [ελλ. έκδ.: Η κυβέρνηση του εαυτού και των άλλων. Παραδόσεις στο Κολέγιο της Γαλλίας, 1982-1983, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, υπό έκδοση]. Εκεί, το ζητούμενο του Φουκώ ήταν να θέσει υπό διερώτηση τη λειτουργία του «αληθώς λέγειν» στην πολιτική, προκειμένου να θεσπίσει για τη δημοκρατία ορισμένες ηθικές προϋποθέσεις που δεν μπορούν να αναχθούν στους τυπικούς κανόνες της συναίνεσης: οι προϋποθέσεις αυτές είναι το θάρρος και η πεποίθηση, το φρόνημα.

Με τους κυνικούς, αυτή η εκδήλωση του αληθούς δεν εγγράφεται πλέον απλώς σε μια ριψοκίνδυνη δημόσια τοποθέτηση, σε μια δημηγορία, αλλά στην ίδια την υλικότητα της ύπαρξης. Ο Φουκώ προτείνει λοιπόν μια πρωτοποριακή μελέτη του αρχαίου κυνισμού, βλέποντάς τον ως πρακτική φιλοσοφία, άθληση της αλήθειας, δημόσια πρόκληση, ασκητική κυριαρχία επί του εαυτού και των άλλων. Το σκάνδαλο της αληθινής ζωής συγκροτείται έτσι ως αντίθεση στον πλατωνισμό και στον υπερβατικό του κόσμο των νοητών Μορφών.

«Δεν υπάρχει εγκαθίδρυση της αλήθειας χωρίς ουσιώδη θέσπιση της ετερότητας· η αλήθεια δεν είναι ποτέ το ίδιο· δεν μπορεί να υπάρξει αλήθεια παρά μόνο στη μορφή του άλλου κόσμου και της άλλης ζωής»

26.10

Ξένη λογοτεχνία

Σοπενάουερ παρόντος

Μισέλ Ουελμπέκ

Ανάμεσα στον Σοπενάουερ και τον Κοντ, τελικά διάλεξα – και, βαθμηδόν, με ένα είδος διαψευσμένου ενθουσιασμού, έγινα θετικιστής και έτσι, έπαψα κατ’ αναλογία να είμαι σοπεναουερικός. Παρά ταύτα, ελάχιστα ξαναδιαβάζω Κοντ, και ποτέ με μιαν απόλαυση απλή, άμεση, αλλά περισσότερο μ’ εκείνη τη λιγάκι διεστραμμένη (σίγουρα έντονη, όταν της έχεις πάρει το κολάι) απόλαυση που νιώθουμε συχνά με τις υφολογικές παραξενιές των εκκεντρικών. Αντίθετα, κανένας φιλόσοφος, εξ όσων γνωρίζω, δεν είναι τόσο άμεσα ευχάριστο και ανακουφιστικό ανάγνωσμα όσο ο Άρτουρ Σοπενάουερ. Δεν πρόκειται καν για κάποια «τέχνη του γραψίματος» κι άλλες τέτοιες μωρολογίες: πρόκειται για τους όρους τους οποίους καθένας θα έπρεπε να μπορεί να πληροί πριν βρει το θράσος να προτείνει τη σκέψη του στο κοινό.

Το έργο του Μισέλ Ουελμπέκ σημαδεύεται από τη σκέψη του Σοπενάουερ. Ο Ουελμπέκ δεν παύει να επικαλείται τον φιλόσοφο για να αναγγείλει την παρακμή της ανθρωπότητας και τον τελικό αφανισμό της.
Ο μυθιστοριογράφος βρίσκει επίσης στη σκέψη αυτή μια επιβεβαίωση της θεώρησής του για την αγάπη ως ανέφικτη, ως απάτη. Συνολικά, ο κόσμος κατά Σοπενάουερ αποτελεί για τον Ουελμπέκ την πιο ενδεδειγμένη σύλληψη για να καταλάβουμε τι ζούμε, κι ακόμα περισσότερο τι μας περιμένει.

Σε αυτό το ανέκδοτο κείμενο, μπορούμε να δούμε τη σχέση που διατηρεί ο Ουελμπέκ με τη φιλοσοφία και πώς τροφοδοτεί αυτή το έργο του.

12.60

Γιώργος Α. Καζαμίας

Γιατί συμμετείχε η Ελλάδα στον Πόλεμο της Κορέας το 1950-1953; Πώς ήταν η εμπειρία του πολέμου με αντίπαλο έναν “πολιτισμικά άλλο”, σε μια περιοχή όπου η Ελλάδα δεν είχε κάποια πληθυσμιακή παρουσία ή διεκδίκηση; Πώς μάθαιναν τα νέα του πολέμου οι Έλληνες; Ποιο ήταν το ανθρώπινο κόστος του πολέμου της Κορέας για την Ελλάδα; Γιατί σήμερα ελάχιστοι θυμούνται την ελληνική εμπλοκή στον πόλεμο; Και τι έμεινε από τη συμμετοχή των περίπου 5.000 ελλήνων στρατιωτικών στις επιχειρήσεις στο πλευρό της Νότιας Κορέας; Ποια ίχνη άφησε τελικά ο πόλεμος αυτός στη συλλογική μνήμη της χώρας;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα στα οποία προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο αυτό. Βασισμένο σε γενικές ιστορίες του Πολέμου της Κορέας, σε ελληνικές και ξένες ειδικές μελέτες, αλλά και σε απομνημονεύματα και μαρτυρίες Ελλήνων που συμμετείχαν, το βιβλίο ανασυστήνει τον Πόλεμο της Κορέας και την καθημερινή ζωή των Ελλήνων στρατιωτών στην πρώτη γραμμή αφηγούμενο τις μνήμες, 70 χρόνια μετά την ανακωχή του Ιουλίου 1953.

11.70

Ελληνική λογοτεχνία

Η μεγάλη Χίμαιρα

Μ.Καραγάτσης

«Η μεγάλη χίμαιρα» είναι ένα λεπτομερές ψυχογράφημα. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με έναν γυναικείο χαρακτήρα και τον αναλύει συστηματικά. Είναι η ιστορία της Μαρίνας, μιας νεαρής Γαλλίδας που ερωτεύεται, παντρεύεται κι ακολουθεί τον άνδρα της στη Σύρα, στο πατρικό σπίτι της Επισκοπής. Εκεί ζει κάτω από τον βαρύ, αποδοκιμαστικό ίσκιο της πεθεράς της.

Καθώς η Μαρίνα συνδέει την τύχη της με τα βαπόρια του άνδρα της, κάθε ψυχική της αναταραχή έχει περίεργες συνέπειες πάνω στη ζωή τους. Όταν έρχεται η οικονομική καταστροφή που είναι συνδεδεμένη με την ψυχική φθορά της ηρωίδας, τότε όλα μπαίνουν στον φαύλο κύκλο του έρωτα και του θανάτου.

16.74