Βλέπετε 31–45 από 77 αποτελέσματαSorted by latest

Εστία / Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Ελληνική λογοτεχνία

Άνθη της αβύσσου

Θανάσης Βαλτινός

Ο γερο-Σολωμός βγαίνει έξω στο μεγάλο χαγιάτι. Είναι σαν αποχαιρετισμός. Η ματιά του σκορπάει στη φθινοπωρινή διαύγεια. Μακριά, μέσα στα λιοστάσια, ανεβαίνει καπνός. Κάπου καίνε καλαμιές. Ακούει τη φωνή της Αγγελικής, της νεαρής παλλακίδας του, που καλεί τα παιδιά. Τον μικρό Διονύσιο και τον Μίμη. Πηγαίνει και ακουμπάει στο στηθαίο του χαγιατιού. Τη βλέπει κάτω, λίγο μακρύτερα από την άμαξα, στην άκρη των δέντρων. Είναι νέα, λαϊκή αισθησιακή ομορφιά. Ύστερα βλέπει τα δυο τους αγόρια να κατηφορίζουν από το λόφο παίζοντας.

12.25

Θανάσης Βαλτινός

Οι συνεντεύξεις αποτελούν συστατικό και αναπόσπαστο τμήμα του δημιουργικού έργου του Θανάση Βαλτινού. Εδώ εκτίθεται το εργαστήρι του, και οι θέσεις του αποτελούν συχνά επεξεργασμένο δοκιμιακό λόγο που προσφέρει μια εκ του σύνεγγυς προσέγγιση του λογοτεχνικού φαινομένου αλλά και του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο γεννιέται.

Παράλληλα, διεισδύουν αναμνήσεις από διαφορετικές περιόδους της ζωής του, εκκινώντας από τα παιδικά του χρόνια στην Πελοπόννησο μέχρι την ώριμη ηλικία της πνευματικής και κοινωνικής του ζωής. Πολλά από αυτά τα περιστατικά συνιστούν την αυτοβιογραφική βάση ορισμένων κειμένων του και προσφέρουν την πραγματολογική σκευή για την κατανόησή τους. Φωτίζουν επίσης την προσωπικότητα του συγγραφέα, ο οποίος μπορεί να οργανώνει διάφορα επίπεδα πλοκής, μεταμορφώνοντας τη συνέντευξη σε έναν μηχανισμό επινόησης του εαυτού του.

Όλα αυτά μας βοηθούν να αποτιμήσουμε την πνευματική διαδρομή του ανθρώπου που έχουμε μπροστά μας. Όσο πιο πολύ εμβαθύνουμε στα λόγια του, τόσο περισσότερο κατανοούμε την τέχνη του.

21.84

Ελληνική λογοτεχνία

Φτερά μπεκάτσας

Θανάσης Βαλτινός

“Να σου πω”, είπε ο Γιάννης. “Να μη μου πεις”, είπε η Ράνια. “Ακούς;” είπε ο Γιάννης. “Όχι”, είπε η Ράνια. “Είπες ότι τελειώσαμε, εντάξει;”. “Ναι”, είπε η Ράνια. “Και θέλω το πουλόβερ μου να φύγω”, είπε ο Γιάννης. “Ωραία”, είπε η Ράνια. “Ψάξε στο πατάρι ή στο μπαούλο”. “Έψαξα”, είπε ο Γιάννης. “Και αυτό τι είναι;” είπε η Ράνια. “Μάλιστα”, είπε ο Γιάννης. “Αυτό τι είναι;” ξαναείπε η Ράνια. “Κοίταξε”, είπε ο Γιάννης. “Να κοιτάξω τι;”. “Είναι κομμάτια”, είπε ο Γιάννης. “Το ‘χει φάει ο σκόρος”. “Χα”, είπε η Ράνια. “Λες να καβγαδίζουν κι αυτοί;”. “Θα μπορούσες να του έχεις βάλει λίγη ναφθαλίνη”, είπε ο Γιάννης. Άφησε το πουλόβερ να πέσει, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. “Στο διάβολο”, είπε η Ράνια. Κι άρχισε να κλαίει με λύσσα.

10.45

Θανάσης Βαλτινός

Δεν βρήκα τιποτα και το πρωί έφυγα για την Τρίπολη. Έμεινα στο ξενοδοχείο του Ματζαγριώτη και τηλεφώνησα στο χωριό. Την άλλη μέρα ήρθε ο αδελφός μου ο Αντώνης με δυο ζώα. Καβαλήσαμε να φύγουμε. Περνώντας από την Πλατεία Αγίου Βασιλείου του λέω: Περίμενε μια στιγμή. Κατεβαίνω και πάω στο πραχτορείο Μαλούχου. Ήταν ένας νέος υπάλληλος. Του λέω: Σε έξι μήνες ειδοποίησέ με όταν έχει πλοίο. Και άφησα όνομα και σύσταση.

9.91

Θανάσης Βαλτινός

ΝΑ ΜΑΖΕΨΩ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΝΑ ΤΑ ΘΥΜΗΘΩ ΟΛΑ. Έκανα στο πυροβολικό. Στους άλλους πολέμους με είχαν στα βαρέα. Με ρίξαν στο ορειβατικό έπειτα. Να βγάνουν τα αυτιά αίμα. Έντεκα χρόνια τα δούλεψα. Το καλοκαίρι σε σκηνές, τον χειμώνα στα αμπριά. Λάσπη και υγρασία. Με τη χλαίνη και μια κουβερτούλα μονή, μαδημένη. Έντεκα χρόνια στρατιώτης. Θα ‘θελες να ξαναπάς να τα δεις εκείνα τα μέρη; Μπορεί. Τα βλέπω στον ύπνο μου κάτι φορές. Τα βλέπεις; Ναι. Και γω είμαι όπως τότε. Είκοσι χρονών.

17.16

Ελληνική λογοτεχνία

Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο

Θανάσης Βαλτινός

Λάθος άνθρωποι, λάθος κόσμος, λάθος λέξεις και όλα αυτά τα συνειδητοποίησα σε μια ηλικία λάθος επίσης. Δηλαδή μεγάλη. Θα προτιμούσα να ξέρω τριακόσιες λέξεις και να μου φτάνουν και να μπορώ να ζήσω με αυτές. Να μη χρειάζομαι άλλες. Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ό,τι και να λένε, και τυραννιέσαι απλώς. Σαν τη θάλασσα που την έχουν κάνει και σύμβολο. Χτυπιέται που είναι κλεισμένη στις κοίτες της, και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει, γιατί αν τις ξεπεράσει θα πλημμυρίσει τον κόσμο και θα χαθεί. Χτυπιέται και ύστερα αποκάνει και εμείς νομίζουμε ότι αυτό είναι γαλήνη, ενώ είναι η πιο βαθιά απελπισία. Γιατί μόνο μέσα στο σχήμα που της δίνουν οι κοίτες της μπορεί να υπάρχει, πράγμα που είναι επίσης σκλαβιά. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω.

8.17

Ελληνική λογοτεχνία

Ορθοκωστά

Θανάσης Βαλτινός

Τον φέραν κυλώντας, με τις κλοτσιές, μέχρι τον Άγνωστο. Εκεί του έδωσαν μια και τον έριξαν από κάτω στης Μάρκαινας. Και τον γάζωσαν με μια ριπή. Και τον πέταξαν στο περιβόλι της Ομορφούλας. Τρεις μέρες είπαν, όποιος πάει να τον θάψει θα τον σκοτώσουν. Σηκωθήκαμε, κοιτάξαμε γύρω, δεν πήγαινε κανένας. Πήγα εγώ με τη Στέλλα, παιδευτήκαμε, τον βάλαμε σε μια σκάλα. Οι δυο μας. Και τον ανεβάσαμε στο σχολείο. Εκεί περίμεναν οι αδερφές του. Δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι. Τον πήγαμε στο νεκροταφείο. Τους λέω, κάντε ό,τι θέλετε, εγώ δεν μπορώ να σας βοηθήσω άλλο. Ό,τι θέλετε κάνετε. Και σηκώθηκα έφυγα. Σκάψανε λάκκο και τον χώσανε μέσα. Σαν σκυλί.

16.92

Ελληνική λογοτεχνία

Ο τελευταίος βαρλάμης

Θανάσης Βαλτινός

Δύο πιστολιές, ακριβώς από πίσω του και αμέσως άλλες δύο θρυμματίζουν τη νύχτα. Ύστερα βήματα που απομακρύνονται τρέχοντας. Η Φιλίτσα ουρλιάζει δείχνοντας τον αποσβολωμένο Μισέλ: “Αυτός με ξέρει”. Τα βήματα επιστρέφουν. Τις δύο και τις άλλες δύο πιστολιές ο Μισέλ δεν τις άκουσε. Η Φιλίτσα εξακολουθούσε να ουρλιάζει υστερικά: “Αυτός με ξέρει”. Ο Μισέλ κρατώντας με τα χέρια την ανοιχτή κοιλιά του κατάφερε να συρθεί, σχεδόν πάνω από τον νεκρό Σαράντη, ως τον πλάτανο. Ακούμπησε στην τραχιά ρίζα του και λίγο πριν το κεφάλι του πέσει δίπλα ξερό, ήρθε η Βιργινία Βαρλάμη και τον φίλησε στο μέτωπο.

13.86

Ελληνική λογοτεχνία

Στο χέρι αστέρια

Τάσος Αλεξιάδης

Ένα πεταμένο γάντι βοηθά ένα παιδί να ζήσει, έστω και για λίγο, το όνειρό του· μια άνοιξη η γη γεννά έναν πέτρινο άνθρωπο· ένα παιδί επιμένει να μη μεγαλώσει γιατί δεν θέλει να ξεχάσει τα χρώματα· το πόδι της κυρίας Ευαγγελίας τρέχει μόνο του στα δάση, ντυμένο μ’ ένα καλσόν στο χρώμα του ουίσκυ· πόσες αναμνήσεις μπορεί να κρύβει μέσα του ένα σάντουιτς με τόνο;

Είκοσι πέντε διηγήματα που μιλούν με ελάχιστες λέξεις και αφοπλιστική αμεσότητα για τη σκληρότητα της παιδικής ηλικίας και των γηρατειών, για τη μνήμη, την απώλεια, τα καλοπροαίρετα και μη παιχνίδια του μυαλού, και, εν τέλει, για το πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να κρύβονται μέσα σε έναν και μόνο από εμάς.

12.00

Ξένη λογοτεχνία

Τα ονόματα

Ντον Ντελίλο

Tα ονόματα, μυθιστόρημα περίπλοκο όσο και γοητευτικό, χαιρετίστηκε από την κριτική ως ένα από τα πιο φιλόδοξα και τα πιο πρωτότυπα έργα της σύγχρονης πεζογραφίας. O λόγος του Nτελίλλο, αμφίσημος, παράξενος, κάποτε μαγικός, εμβαθύνει σ’ όλες τις περιπέτειες της σύγχρονης συνείδησης, από τον ερωτισμό ως τον τουρισμό, από την ιδέα της Aμερικής, όπως την προσλαμβάνει ο υπόλοιπος κόσμος, ως την ιδέα του κόσμου όπως την προσλαμβάνει η Aμερική, από το μυστικισμό ως το φανατισμό κι απ’ τη λογοτεχνία της πραγματικότητας ως την πραγματικότητα της λογοτεχνίας.

 

23.33

Ελληνική λογοτεχνία

Αργώ (τόμος Α΄)

Γιώργος Θεοτοκάς

Το πρώτο μέρος της Αργώς κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1933. Το έργο ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα σε δύο τόμους. Στην εισαγωγή του πρώτου τόμου σημείωνε ο Γιώργος Θεοτοκάς: «Σαν άρχισα αυτό το βιβλίο, η μοναδική μου πρόθεση ήτανε να ζωντανέψω μερικά ανθρώπινα πλάσματα που τριγυρνούσανε στη φαντασία μου και βασάνιζαν τις ώρες της σχόλης μου. Κατόπι, σαν προχώρησε η δουλειά, μου ήρθε η όρεξη να δώσω, μ` αυτήν την ευκαιρία, μια γενική κάπως έκθεση της ελληνικής ζωής και των προβλημάτων της εποχής μας. Έτσι η Αργώ πήρε διαστάσεις που δεν τις περίμενα».

Το βιβλίο είναι μια τοιχογραφία της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, έτσι όπως συνταρασσόταν από ποικίλες ιδεολογίες, απ` τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και από τα αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα. Το πλήθος των ηρώων κινείται γύρω από τον ίδιο πόλο: τις τάσεις μιας γενιάς αισιόδοξης και δημιουργικής, που οι συνεχείς εθνικές καταστροφές την οδήγησαν σε βαθιά απογοήτευση

16.92

Ελληνική λογοτεχνία

Ο χαρταετός

Αθηνά Κακούρη

Στην Αθήνα του 1871, όπου μόλις έχουν αρχίσει οι δίκες για τη σφαγή στο Δήλεσι, γιορτάζονται τα 50 χρόνια από την Επανάσταση και η πατριωτική έξαρση κορυφώνεται με την άφιξη του σκηνώματος του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Αλλά οι φιλοδοξίες, ο κομματισμός, η αχόρταγη δίψα της εξουσίας και του πλουτισμού στήνουν το σκηνικό για μια ιστορία διαπλοκής που, μέσα σ’ έναν ανεμοστρόβιλο μετοχών, θα υψώσει στον ουρανό τον πελώριο, φανταχτερά ασημένιο Χαρταετό του Λαυρίου. Μια εικόνα της Αθήνας όταν το άστυ είναι ιοστεφές, ο Ιλισός είναι ακόμη ποταμάκι, τα Πατήσια εξοχή, η πρασινάδα πνίγει τους Αμπελοκήπους, και ο Βράχος, ορατός από παντού, δεσπόζει. Στο κεντρικό καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ποιητές, οι ισχυροί της εποχής και οι παράγοντες κάθε λογής συζητούν καθημερινά με πάθος την επικαιρότητα. Στους Αέρηδες κουρνιάζουν τη νύχτα τα δεκάδες αδέσποτα αγόρια που ολημερίς πουλούν εφημερίδες ή γυαλίζουν παπούτσια. Το εμπόριο της γης οργιάζει· οι αναμνήσεις της Εξώσεως επηρεάζουν τη σκέψη· η σκόνη και η λάσπη ταλαιπωρούν τους Αθηναίους· εικόνες ανεπανάληπτης ομορφιάς τούς περιβάλλουν. Σ’ αυτή την πόλη κινούνται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος ζώντας, υποφέροντας ή εκμεταλλευόμενα μια γενικευμένη κρίση που δεν περιορίζεται στα Λαυρεωτικά.

20.00

Θανάσης Τριαρίδης

“Κάθε φορά που αρχίζω να μιλάω για το Άουσβιτς (σωστότερα: για το Ολοκαύτωμα που συντομογραφούμε με τη λέξη Άουσβιτς) ξεκινάω με την ίδια μαρτυρία που έρχεται από τον Πρίμο Λέβι. Το φθινόπωρο του 1943 μοιράστηκαν από τις ναζιστικές αρχές κατοχής στον γερμανόφωνο πληθυσμό γύρω από το Άουσβιτς σαράντα χιλιάδες ζευγάρια παιδικά παπούτσια. (Τα παιδικά παπούτσια ήταν έτσι κι αλλιώς δυσεύρετο είδος στον Μεσοπόλεμο, πόσο μάλλον σε περίοδο πολέμου – και γι’ αυτό ήταν πάγια πρακτική τα χρησιμοποιημένα παπούτσια ενός παιδιού που μεγάλωνε να φοριούνται από ένα άλλο.) Προσήλθαν σαράντα χιλιάδες γονείς, γράφτηκαν στη λίστα διάθεσης, πήραν τα παπούτσια για τα παιδιά τους. Κανένας δεν ρώτησε: “Μα από πού ήρθαν τόσα παιδικά παπούτσια;”

Το περιστατικό αυτό δεν είναι μια παράπλευρη ιστορία γύρω από την τραγωδία του Άουσβιτς. Το γεγονός αυτό είναι το Άουσβιτς. Το Άουσβιτς είναι η απουσία της ερώτησης για τα σώματα (τα ζωντανά σώματα, τα παλλόμενα σώματα, τα τρεμάμενα σώματα) που κάποτε φόρεσαν τα παπούτσια. Το Άουσβιτς είναι η απουσία της ερώτησης.

Το βιβλίο αυτό (που συγκεντρώνει κείμενα μιας εικοσαετίας) καταγράφει, μέσα από μια ακολουθία επιχειρημάτων και συνδέσεων, τη βασική ερμηνευτική θέση του Θανάση Τριαρίδη για το Ολοκαύτωμα, αυτήν που δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Πως το Άουσβιτς το κάναμε εμείς (η ανέκφραστη πλειοψηφία των κοινωνιών της Δύσης, η σιωπηλή πλειοψηφία) – και θα το ξανακάνουμε εμείς. Πως τα τρένα που ξεκίνησαν για το Άουσβιτς τα φορτώσαμε εμείς – και θα τα ξαναφορτώσουμε εμείς. Πως το παράγγελμα Wstawac το προφέραμε εμείς – και θα το ξαναπροφέρουμε εμείς. Πως την επόμενη φορά, όταν τα θύματα θα είναι χοντροί / αδύνατοι / ξανθοί / μελαχρινοί / μετανάστες / φτωχοί / άρρωστοι / όποιοι άλλοι (πάντοτε “απειλητικά επικίνδυνοι”), εμείς (η κοινωνική πλειοψηφία, η πλειονότητα) θα είμαστε και πάλι οι θύτες.

 

15.00

Ξένη λογοτεχνία

Άνθρωπος σε πτώση

Ντον Ντελίλο

Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για το γεγονός που σημάδεψε την Αμερική και συντάραξε ολόκληρη την υφήλιο στις αρχές του 21ου αιώνα. Από τις πρώτες του σελίδες, βγαλμένες κυριολεκτικά μέσα από τον καπνό και τη στάχτη των φλεγόμενων πύργων, επιχειρεί να ιχνηλατήσει την επόμενη ημέρα μέσα από την προσωπική ζωή των ηρώων. Του Κηθ, που βγαίνει από τα συντρίμμια σε μια ζωή που ποτέ δεν διανοήθηκε ότι θα ήταν η δική του. Της Λιάν, της αποξενωμένης γυναίκας του, στοιχειωμένης από τις αναμνήσεις, που προσπαθεί να συμφιλιώσει δύο πλευρές του ίδιου δυσνόητου χαρακτήρα. Και του μικρού τους γιου Τζάστιν, που στέκει στο παράθυρο ατενίζοντας τον ουρανό κι αναζητώντας σε αυτόν και άλλα αεροπλάνα. Ζωές που ορίζονται από την απώλεια, την οδύνη και τη γιγαντιαία δύναμη της ιστορίας.

19.27

Δημήτρης Φύσσας

Μπαίνοντας σε μια μεγάλη ομάδα ημιπεριθωριακών νυχτερινών τύπων, που για άγνωστους λόγους αυτοαποκαλούνται “Σαρίπολοι”, ο άστεγος και άθυμος Στέλιος Μέσκουλας (πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, Η Νιλουφέρ στα χρόνια της κρίσης) αποκτά, πρόσκαιρα, νέο ενδιαφέρον για τη ζωή. Ως αφηγητής τούς σκιαγραφεί όλους, ανάμεσά τους και τον συγγραφέα τού ανά χείρας βιβλίου και πολλούς ήρωες από προηγούμενά του.

Στην τετράχρονης διάρκειας πλοκή ενσωματώνονται αυτοσχόλια του αφηγητή, θεατρικά μονόπρακτα, λίστες, “ένθετα” σχετικά με κομμωτήρια, γλωσσικές αντιλήψεις, σεξουαλικές πρακτικές, μουσική, κουκλάκια κλπ, μια μυστική αποστολή στη Λατινική Αμερική, όπως και το ολοένα επανερχόμενο ερώτημα: “Τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή, η Τέχνη ή οι γυναικείοι κώλοι;”

Όμως, την ώρα που όλος ο πλανήτης ετοιμάζεται να δει τον τελικό του Μουντιάλ 2018 και η Αττική κλαίει μια εκατόμβη νεκρών από μια ξαφνική μεγάλη πυρκαγιά στο Μάτι, ο Μέσκουλας αποσύρεται στις παρατημένες παράγκες κάποιας ξεχασμένης μαγνησιακής παραλίας, με σκοπό να πεθάνει από ασιτία.

Εκεί βρίσκει την απάντηση στο ερώτημά του, όμως είναι αμφίβολο αν θα τον ωφελήσει. Μια ευφάνταστη και αντισυμβατική αφήγηση, μακριά από πολιτική ορθότητα και σοβαρότητα, στα όρια του σουρεαλισμού.

14.00