Βλέπετε 61–75 από 77 αποτελέσματαSorted by latest

Εστία / Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Ελληνική λογοτεχνία

Ο κήπος των ψυχών

Βασίλης Τσιαμπούσης

“ΑΦΟΥ ΤΟΥΣ ΞΕΓΥΜΝΩΝΑΝ, ΕΠΕΙΤΑ ΕΨΑΧΝΑΝ ΤΑ ΡΟΥΧΑ, ΤΙΣ ΒΑΛΙΤΣΕΣ και τους μπόγους τους και, φορώντας γάντια, έβαζαν τα χέρια τους ακόμα και στις τρύπες των γυναικών, μήπως είχαν κρύψει κάτι εκεί μέσα.

Να σκεφτείς, είπε, νεαρά κορίτσια τα ξεπαρθένευαν με τα βρωμόχερά τους, για να βρουν κάνα κρυμμένο δαχτυλίδι. Και μια γριά, την ώρα που την έψαχναν, χέστηκε και την περίλαβαν στις κλοτσιές […] Το πιο συγκινητικό, όμως, ήταν ένας γάμος που τελέστηκε το τελευταίο βράδυ. Επρόκειτο να γίνει στη συναγωγή λίγες μέρες αργότερα, αλλά αναγκαστικά τον έκαναν στην καπναποθήκη. Κι αφού ο ραβίνος διάβασε τη γαμήλια ευχή, έπειτα ο μπαμπάς του κοριτσιού τριγύριζε συγκινημένος κι έλεγε στους υπόλοιπους: “Σας ευχαριστώ που παραστήκατε στη χαρά των παιδιών μας… Σας ευχαριστώ για τις ευχές σας”. Στο τέλος όλοι μαζί είπαν ένα τραγούδι για τον γαμπρό και τη νύφη, που, αντί ν’ ακούγεται χαρούμενο, σου ξέσκιζε την ψυχή.

Τι μου ήρθε και τον ρώτησα: Εσύ, Κώστα, κούρεψες κάναν Εβραίο; Τότε έβαλε τα κλάματα με λυγμούς και είπε: Από αύριο θα σταματήσω τη δουλειά. Καλύτερα να πεθάνουμε από την πείνα, παρά να ξαναπάω στο κουρείο”.

Στη Δράμα του 1943 ένας ορφανός έφηβος υπηρετεί ως οικιακός βοηθός στον Βούλγαρο λοχαγό και τη γυναίκα του, που εγκαταστάθηκαν στο επιταγμένο πατρικό του σπίτι. Η επίσκεψη της πανέμορφης αδελφής του λοχαγού, η κλοπή ενός άλμπουμ με φωτογραφίες γυμνών γυναικών, οι παιδικές φιλίες και οι εφηβικές ορμές, η σύλληψη των Εβραίων της πόλης, η ειλικρινής αγάπη που αναπτύσσεται μεταξύ του Βούλγαρου αξιωματικού και του παιδιού συνθέτουν μια αφήγηση με απροσδόκητη κατάληξη για τους πρωταγωνιστές της ιστορίας. Όταν, εντέλει, ο καθένας βρει τον δρόμο του, αυτό που μένει είναι η καλοσύνη κάποιων προσώπων, η συμπαράσταση από άτομα που δεν τα υπολόγιζες, η απίστευτη -κρυμμένη- δύναμη του έρωτα, μα προπαντός η αντοχή και το κουράγιο των τυραννισμένων, που ξαναρχίζουν μ’ ελπίδα τη ζωή τους σ’ έναν δύσκολο αλλά πανέμορφο κόσμο.

12.00

Ξένη λογοτεχνία

Απρόσμενη αγάπη

Άαρον Άπελφελντ

Ένας ηλικιωμένος συγγραφέας, απογοητευμένος από τον εαυτό του και τη ζωή, και μια αφοσιωμένη κοπέλα: η αγάπη που γεννιέται από τη συνάντησή τους είναι το αποκαλυπτικό γεγονός που τους επιτρέπει να βρουν το κρυφό νόημα της ύπαρξής τους. Με αριστουργηματική λιτότητα και δύναμη, ο κορυφαίος Ισραηλινός συγγραφέας Άαρον Άπελφελντ μιλάει για τη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού και για την απώλεια της εβραϊκής ταυτότητας, σ’ ένα μυθιστόρημα όπου το προσωπικό βίωμα εγγράφεται στην Ιστορία και όπου το παρελθόν γίνεται «φλέγον παρόν».

19.27

Ελληνική λογοτεχνία

Νέα Σελήνη, Ημέρα Πρώτη

Θανάσης Βαλτινός

Τα κλειστά της μάτια τον ενθαρρύνουν. Στα χείλη της διαγράφεται ένα φιλικό ευφρόσυνο χαμόγελο. Απλώνει το χέρι του και δειλά το βάζει ανάμεσα στους μηρούς της. Το κεφάλι του πάει να εκραγεί. Το χέρι του προχωράει ψηλότερα, την ψαύει ολόκληρη. Χώνει το πρόσωπό του στο στήθος της. Η μυρουδιά της τον αναστατώνει. Προσπαθεί να της κατεβάσει το εσώρουχο χωρίς να τα καταφέρνει.

Προσπαθεί επανειλημμένα αλλά χωρίς αποτέλεσμα, παρόλο που η ίδια τον ευκολύνει μετακινώντας το κορμί της. Η αγωνία του κορυφώνεται. Συνεπαρμένη από την ίδια αγωνία, η Γαλλίδα παραμερίζει βίαια το εσώρουχό της και το σκίζει. Στην κρίσιμη στιγμή η αποκάλυψη της σγουρής δασωμένης της ήβης τυφλώνει τον Νίκο. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που επικρατεί, δεν ακούγεται τίποτε άλλο εκτός από τη βροχή στα κεραμίδια.

13.50

Ξένη λογοτεχνία

Υποταγή

Μισέλ Ουελμπέκ

«Είναι η υποταγή», είπε απαλά ο Ρεντιζέ. «Η ανατρεπτική και απλή ιδέα, που ως τότε δεν είχε ποτέ εκφραστεί με τόση δύναμη, ότι το απόγειο της ανθρώπινης ευτυχίας έγκειται στην απόλυτη υποταγή».

Σε μια Γαλλία αρκετά κοντινή στή σημερινή, ένας άντρας ακολουθεί πανεπιστημιακή καριέρα. Η διδασκαλία τον ενδιαφέρει ελάχιστα, προσδοκά μια βαρετή αλλά ήρεμη ζωή, μακριά από τα μεγάλα ιστορικά δρώμενα. Ωστόσο, οι δυνάμεις που δρουν στη χώρα έχουν διασπάσει το πολιτικό σύστημα, επιφέροντας τελικά την κατάρρευσή του. Αυτή η εσωτερική ρήξη χωρίς αναταράξεις, χωρίς αληθινή επανάσταση, εξελίσσεται σαν εφιάλτης.

Το ταλέντο του συγγραφέα, η οραματική του δύναμη, μας παρασύρουν σε ένα αμφίσημο και ολισθηρό έδαφος το βλέμμα του στον γηράσκοντα πολιτισμό μας κάνει να συνυπάρχουν σε αυτό το μυθιστόρημα ποιητικές διοράσεις, κωμικές σκηνές και μια μοιρολατρική μελαγχολία.

Ένας συναρπαστικός πολιτικός και ηθικός μύθος.

15.30

Λουί-Φερντινάν Σελίν

«Αριστούργημα!»… «Ανοσιούργημα!» … «Μνημειώδες!»… «Ελεεινό!»… «Υψηλό!»… «Χυδαίο!»… «Κωμικό!»… «Τραγικό!»… «Κωμικοτραγικό!»… «Φιλάνθρωπο!»… «Απάνθρωπο!»… «Υπεράνθρωπο!»…

Μυριάδες λέξεις γράφτηκαν ήδη το 1932, όταν οι εμβρόντητοι αναγνώστες σαλπάρισαν γι’ αυτό το αναπάντεχο “Ταξίδι”, που άλλαξε τα τοπία της γλώσσας, της τέχνης, της ζωής! Μυριάδες γράφονται ακόμη, γιατί το ασύγκριτο μυθιστόρημα του Σελίν εξακολουθεί να μας συγκλονίζει, να μας μεταμορφώνει, να μας μετουσιώνει. Κανείς δεν επέστρεψε, κανείς δεν θα επιστρέψει αλώβητος από την «άκρη της νύχτας».

24.19

Ξένη λογοτεχνία

Εκμηδένιση

Μισέλ Ουελμπέκ

Πρωτοφανείς τρομοκρατικές επιθέσεις, αρχικά ηλεκτρονικές και σταδιακά ολοένα πιο υλικές, με στόχους φαινομενικά ασύνδετους μεταξύ τους, συγκλονίζουν την παγκόσμια οικονομία. Στο μεταξύ, η γαλλική πολιτική σκηνή αναδιατάσσεται· με πρωτοβουλία των πρωτοπόρων «μεταδημοκρατών» αρχόντων της, η Γαλλία ζει μια νέα βιομηχανική επανάσταση, φιλοδοξώντας να επιστρέψει στις βασικές αρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στο διεθνές οικονομικό χάος και στον εσωτερικό πολιτικό αναβρασμό, άμεσα εμπλεκόμενος βρίσκεται ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Πωλ, ο οποίος αποφασίζει να αναθεωρήσει τις προσωπικές και οικογενειακές του σχέσεις πριν να είναι πολύ αργά -για τον ίδιο, για τα αγαπημένα του πρόσωπα, για τον πλανήτη.

Αστυνομικό θρίλερ, πολιτικό δράμα, οικογενειακή σάγκα, ερωτική και υπαρξιακή περιπλάνηση: τα πολλαπλά επίπεδα της “Εκμηδένισης” αλληλοκαλύπτονται αδιάκοπα με ορίζοντα όλων τους τη φθορά και τον επικείμενο αφανισμό -κατά παραδόξως κλιμακούμενη σειρά σπουδαιότητας: του παγκόσμιου συστήματος, μιας ανεπτυγμένης χώρας μεσαίου μεγέθους, μιας αντιπροσωπευτικής οικογένειας αυτής της χώρας, και τελικά ενός και μόνο ατόμου.

Η “Εκμηδένιση” είναι ταυτόχρονα έργο ωριμότητας, ανατομία μιας απειλητικής κοινωνικής πραγματικότητας, της σύγχρονης και ίσως της μελλούμενης, παθιασμένο μανιφέστο ενός βαθύτατου υλιστικού ανθρωπισμού και, προπάντων, μια συναρπαστική μυθοπλασία.

24.15

Δημήτρης Ινδαρές

Πού πας, Ελένη, από βραδιού, πού πας τώρα το βράδυ;»
«Πάου στη θεια μου τη Γιαννού, πάου να νυχτονέσω,
να γνέσω τα βαμβάκια μου, να ξάνω τα μαλλιά μου,
να φτιάσω μπόλια του γαμβρού, της πεθεράς μαντίλι,
να φτιάσω του Λιμάζαγα ένα χρυσό μεϊτάνι».

Πρόκειται για ένα στοχαστικό ταξίδι με οδηγό την ακαταμάχητη ανάγκη εξερεύνησης των ριζών σε μια ορεινή κοινότητα της Πελοποννήσου. Η τυχαία ανακάλυψη ενός πάκου εγγράφων στο πατρικό του σπίτι στην Πάτρα οδηγεί τον συγγραφέα σε μια αναζήτηση βάθους επτά γενεών. Ανάμεσα στα χαρτιά βρίσκεται το εκκλησιαστικό επιτίμιο που αφορά την καταδίκη των εμπρηστών ενός πύργου στο Λειβάρτζι των Καλαβρύτων, εκεί όπου λίγο πριν από το 1821 πλέχτηκε το ειδύλλιο δύο αλλοθρήσκων: της Ελένης, κόρης του άρχοντα Κυρ-Χριστόδουλου, και του Ελμάζ-αγά της Μοστενίτσας.

Η Ελένη υπερασπίστηκε το αίσθημά της ξεστομίζοντας το αδιανόητο για την εποχή «Άντρα χρώσταγα, άντρα πήρα», προκαλώντας την αποχώρηση του πατέρα της από το αξίωμα του προεστού αλλά και τη φοβερή κατάρα της μάνας της. Λίγα χρόνια αργότερα, στις 16 Μαρτίου του 1821, ο ξάδελφος της αρχοντοπούλας οπλαρχηγός Δημητράκης Ινταρές κατακαίει τον πύργο του αγά στη Μοστενίτσα.

Τα πρόσωπα ακολούθησαν στη συνέχεια τις δικές τους διαδρομές στον χάρτη της ιστορίας. Τα ίχνη τους κρύβουν εκπλήξεις και νέους συμβολισμούς, σε μια εποχή που το ενδιαφέρον στρέφεται ξανά στους παλιούς μύθους.

Κλειδί της αναψηλάφησης αποδεικνύεται το δημοτικό τραγούδι του Λιμάζη, ευρέως διαδεδομένο ως και τον Πόντο. Το περιεχόμενο και ο συμβολισμός του λειτούργησαν επί χρόνια για όποιον ήθελε να θυμάται την αναγεννητική δύναμη που κρύβει η συνάντηση αλλότριων κόσμων.

12.59

Χαρίλαος Τρουβάς

Δυο βαλίτσες στο καράβι. Στη μία μια φλοκάτη και στην άλλη όλα μας τα υπάρχοντα. Μόλις φτάσαμε, δεν ξέραμε κανέναν. Δύσκολα χρόνια, και οικονομικά και συναισθηματικά. Ήμασταν και με τα δύο πόδια να γυρίσουμε πίσω. Χωρίς μέλλον, χωρίς τίποτα. Αλλά ήμασταν πολύ νέοι”. (Νίκη Αναστασέα)
“Ο Λάκης σιωπηλός στις συνεδριάσεις, ενώ ο Ναυπλιώτης σκίτσαρε για τη Μαμή. Και οι δυο τους δεν ήταν από αυτούς που θα παίρνανε μέρος σας κόντρες”. (Γιώργος Βότσης)
“Μόλις είδε ο Λάκης την κιθάρα ενθουσιάστηκε. Κι όταν κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος μ’ αυτό θέλει ν’ ασχοληθεί, να τραγουδάει με μια καλή κιθάρα, του είπα: “Κράτησέ την όσο θέλεις”. Και τότε το ‘πα στο σπίτι μου ότι τη χάρισα την κιθάρα. Είπα ότι τη χάρισα σε έναν άνθρωπο που είχε ταλέντο”. (Αλέκα Παπαρήγα)

Γνήσιος λαϊκός δημιουργός, εν πολλοίς αυτοδίδακτος, γι’ αυτό και γοητευτικός δάσκαλος, που με δάνεια από την παράδοση εξοφλεί το μέλλον. Ζει στο πλάι της κοινωνίας -ίσως για να τη βλέπει ολόκληρη- και ασκεί ήσυχος κι απερίσπαστος την τέχνη του χωρίς να τον νοιάζει να βγει στο προσκήνιο. Ένας άνθρωπος χαρισματικός και ισχυρά επιδραστικός στο οποίο κοινό του.

Μια έκφανση αυτού του τύπου δημιουργού υπήρξε ο συνθέτης και σκηνοθέτης Λάκης Καραλής.
Από την πολυτάραχη ζωή του περνάνε ένα σωρό προσωπικότητες. Μεγάλοι σταθμοί στην τέχνη του, η συμμετοχή του στα Τραγούδια του Αγώνα του Μίκη Θεοδωράκη, η ηχογράφηση του ιστορικού Supermarket στο Λονδίνο, η Θεατρική Λέσχη Βόλου, όπου και η βυζαντινή Αντιγόνη, το Εργαστήρι στο Λαύριο και το Θέατρο “Βαφείο” στον Βοτανικό.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα πείραμα βιογραφίας και εργογραφίας μέσα από προφορικές αφηγήσεις συγγενών, συντρόφων, φίλων και συνεργατών του καθώς και μέσα από δημοσιεύματα και γραπτά ντοκουμέντα.

13.49

Ελληνική λογοτεχνία

Τα υλικά του χρόνου

Μαργαρίτα Μαντά

Πιό πολύ απ’ όλα στο ΣΙΝΕΑΚ, εμένα μ’ αρέσουν τα “επίκαιρα”.

“Αυτά τα δείχνουν πριν από τις ταινίες και είναι μαυρόασπρα. Ο μπαμπάς μάς έχει εξηγήσει πως είναι τα νέα απ’ τον κόσμο και την Ελλάδα σε περίληψη. Βλέπουμε εικόνες με βασιλιάδες, πολιτικούς, παπάδες, πολεμιστές, παρελάσεις, νοσοκόμες, παιδάκια σε νοσοκομεία, παιδάκια που παίρνουν δώρα για τα Χριστούγεννα, κάτι στρατιώτες που ψήνουν αρνιά και τσουγκρίζουν αυγά με κάτι κυρίους που φοράνε σκούρα γυαλιά, πολλές ελληνικές σημαίες που ανεμίζουν σε διάφορα μέρη, τον κύριο Ωνάση που φοράει κι αυτός σκούρα γυαλιά, κάτι αεροπλάνα που σταματάνε σ’ ένα μεγάλο μέρος κι ύστερα κατεβαίνει μια σκάλα και βγαίνει μια κοπέλα μ’ ένα καπέλο σαν το πρώτο μου καθικάκι ανάποδα και χαμογελάει και πίσω της βγαίνουν μερικές κυρίες και κύριοι, που κι αυτοί φοράνε σκούρα γυαλιά. Όλα αυτά που βλέπουμε μας τα εξηγεί ένας κύριος με πολύ χοντρή φωνή που δεν τον βλέπουμε, μόνο τον ακούμε. Όταν τελειώνουν τα “Επίκαιρα” μπαίνει μια μουσική και μετά αρχίζει η ταινία”.

“Μνήμες του παιδιού που υπήρξα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Μνήμες εικόνων, ακουσμάτων και σιωπών. Μνήμες αφής, όσφρησης, μνήμες αισθήσεων. Καταγραφή ενός κόσμου και μιας χώρας που δεν υπάρχουν πια, από το παιδί που ήμουν τότε. Βιώματα που όσο μεγαλώνω τόσο πιο ισχυρά με κατοικούν. Όχι σαν νοσταλγία. Σαν δομικό υλικό της πορείας της ζωής μου”. (Μ.Μ.)

12.60

Θανάσης Γιοχάλας - Ζωή Βαΐου

Οία κεφαλή και εγκέφαλον ουκ είχε

Το εξής νοστιμώτατον εξεδικάσθη εν τω ενταύθα πταισματοδικείω. Ο κ. Α. Πετσάλης κατεμήνυσε τους κρεοπώλας Γ. Παπαδόπουλον ή Ντιρίκον και Νικόλ. Κακόν πωλήσαντας αυτώ κεφαλήν αρνίου άνευ μυελού, ον είχον υπεξαιρέσει κλείσαντες το κρανίον τεχνηέντως κατόπιν! Το πταισματοδικείον κατεδίκασεν αυτούς ερήμην εις κράτησιν τριών εβδομάδων εκάτερον.

Νέα Εφημερίς

ΕΤOΣ ΙΒ΄, ΑΡΙΘ. 169

Παρασκευή 18 Ιουνίου 1893

Η εφημερίδα Ραμπαγάς τον Ιούνιο του 1882 ανακοινώνει ότι λόγω του πολλαπλασιασμού των λωποδυτών πολίτες αποφάσισαν να συστήσουν Σύλλογον αντιλωποδυτικόν. Κάθε μέλος φέρει επί της ράχης του πινακίδα όπου ευκρινώς αναγράφεται η φράση Απαγορεύεται η προσέγγισις. Οι λωποδύτες απαντούν με τη σύσταση δικού τους σωματείου. Κάθε μέλος φέρει επί του στήθους την επιγραφή: Άρπαξε να φας και κλέψε νάχης.

Οι άνθρωποι διασταυρώθηκαν στους δρόμους και στις συνοικίες, έδωσαν τον παλμό της καθημερινότητας, ζωγράφισαν με τα θερμά και ψυχρά χρώματα των συναισθημάτων τους, ξανά και ξανά, το μεταβαλλόμενο τοπίο της πόλης. Έπαιξαν ρόλους πρωταγωνιστών ή βουβών προσώπων, δυναμικών ή απαθών θεατών, ενορχηστρώθηκαν στο ανώνυμο πλήθος των επωνύμων μελών της κοινότητας. […]

Το πρόσωπο της Αθήνας θα ήταν άχρωμο, με το βλέμμα κενό, χωρίς την παρουσία τους, τις ιστορίες τους, τις ζωές τους. Η Ιστορία έχει ανάγκη τη μικροϊστορία, πτυχές της οποίας αποτυπώνονται εν θερμώ στις στήλες των εφημερίδων και εγγράφονται στη συλλογική μνήμη· τη μνήμη της πόλης.

18.90

Γκαμπριέλε Νίσσιμ

Σύμφωνα με το Ταλμούδ, κάθε γενιά γνωρίζει τριάντα έξι «κρυμμένους δίκαιους» που εμποδίζουν την καταστροφή του κόσμου. Έχοντας στη μνήμη μας τα γεγονότα του 20ού αιώνα και το βλέμμα μας στραμμένο στο παρόν, μπορούμε να πούμε πως –για καλή μας τύχη– είναι πολύ περισσότεροι: όχι μόνο όσοι αντιτάχθηκαν στο Ολοκαύτωμα, αλλά και ο Σοβιετικός αξιωματικός Στανισλάβ Πετρόφ, που απέτρεψε έναν πυρηνικό πόλεμο με τις ΗΠΑ με κίνδυνο να υποστεί συνέπειες στην χώρα του ή ο Χαμάντι μπεν Αμπντεσλέμ, ο Τυνήσιος ξεναγός που το 2015, κατά τη διάρκεια μιας τρομοκρατικής επίθεσης, φυγάδευσε από το μουσείο Μπαρντό 45 Ιταλούς τουρίστες.

Ο Γκαμπριέλε Νίσσιμ μάς διηγείται αυτές και άλλες ιστορίες με τη γνώση ενός παραμυθά, «γιατί άγιοι και ήρωες υπάρχουν μόνο στη φαντασία μας και θα ήταν καλύτερα να ανακαλύψουμε πώς κανονικοί άνθρωποι με ελαττώματα σαν τα δικά μας στάθηκαν ικανοί να κάνουν θαρραλέες πράξεις με τρόπο εκπληκτικό και απρόσμενο».

Εναλλάσσοντας πραγματικές ιστορίες με τις διδασκαλίες του Σωκράτη, του Μάρκου Αυρηλίου, της Χάνα Άρεντ, της Έττυ Χίλεσουμ, του Ουίλιαμ Σαίξπηρ ή του Μπαρούχ Σπινόζα, το Ούτε άγιοι ούτε ήρωες μάς δείχνει πως η άσκηση της σκέψης, της κριτικής ικανότητας και της ενσυναίσθησης είναι συνθήκες απαραίτητες για να παραμένουμε άνθρωποι στις πιο δύσκολες στιγμές. Πράγματι, δίκαιος είναι απλώς αυτός που δρα για να σώσει μια ζωή· ακόμα κι αν δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να σώσει όλο τον κόσμο.

14.41

Μοντήγκλ Στερνς

O πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα Μοντήγκλ Στερνς επιχειρεί μια αναδρομή στην ελληνική ιστορία και πολιτική του εικοστού αιώνα και διερευνά την προσωπικότητα του πρώτου σοσιαλιστή πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Στη διάρκεια των τριών διπλωματικών του θητειών στην Αθήνα, ο Στερνς παρακολούθησε τη μεταμόρφωση του Παπανδρέου από φιλικό Αμερικανό οικονομολόγο σε σφοδρό αντιαμερικανό.

Η μόνιμη διαμάχη ως προς το πώς και από ποιον έπρεπε να κυβερνηθεί η Ελλάδα θυμίζει τα ανεπίλυτα θέματα μεταξύ των Παπανδρέου, πατέρα και γιου. Ο Ανδρέας έφυγε από την Ελλάδα το 1940, πολιτογραφήθηκε Αμερικανός και ήταν μόνιμος κάτοικος των ΗΠΑ επί είκοσι χρόνια. Αντιθέτως ο Γεώργιος ήταν ακραιφνής Έλληνας: ένας πληθωρικός πολιτικός δημοκρατικών τάσεων, πρώην πρωθυπουργός και για μεγάλο διάστημα αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Ο Στερνς ήρθε στην Αθήνα ως διπλωμάτης στις αρχές του 1958, στο αποκορύφωμα της πολιτικής αναταραχής. Τα επόμενα πέντε χρόνια γνώρισε πρώτα τον Γεώργιο και έπειτα τον γιο του. Γείτονες σε αθηναϊκό προάστιο, Αμερικανοί συμπατριώτες και ομοϊδεάτες ως προς τα μεταπολεμικά προβλήματα που ταλάνιζαν την Ελλάδα, ο Στερνς και ο Ανδρέας έγιναν γρήγορα στενοί φίλοι. Ωστόσο, με το πέρασμα των δεκαετιών, η φιλία αυτή δοκιμάστηκε πολύ. Το ανά χείρας βιβλίο είναι –μεταξύ άλλων– μια αναψηλάφηση του Ψυχρού Πολέμου και των συνεπειών του στην Ελλάδα και στον ίδιο τον Ανδρέα, που η αμφιθυμική του προσωπικότητα γοήτευσε εξαρχής και μέχρι τέλους τον συγγραφέα.

 

12.60

Ξένη λογοτεχνία

Παρεμβάσεις 2020

Μισέλ Ουελμπέκ

Το 55% του ανά χείρας τόμου περιλαμβανόταν ήδη στη δεύτερη έκδοση των Παρεμβάσεων, που κυκλοφόρησε το 2009. Η τρίτη αυτή έκδοση περιέχει επομένως κατά 45% νέα κείμενα.

Αν και δεν επιθυμώ να είμαι «στρατευμένος καλλιτέχνης», επιδίωξα στα κείμενα αυτά να πείσω τους αναγνώστες μου για την εγκυρότητα των απόψεών μου, σπανίως σε πολιτικό επίπεδο, συνήθως σε διάφορα «κοινωνικά θέματα», πού και πού σε θέματα λογοτεχνίας.

Δεν θα υπάρξει τέταρτη έκδοση. Δεν υπόσχομαι με το χέρι στην καρδιά να σταματήσω να σκέφτομαι, αλλά τουλάχιστον να πάψω να γνωστοποιώ τις σκέψεις και τις απόψεις μου στο κοινό, εκτός από περίπτωση έκτακτης και σοβαρής ηθικής ανάγκης – αν, για παράδειγμα, περάσει καμιά νομοθεσία υπέρ της ευθανασίας (δεν νομίζω ότι θα παρουσιαστούν άλλες τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις στον καιρό που μου απομένει να ζήσω).

Προσπάθησα να ταξινομήσω αυτές τις «παρεμβάσεις» με χρονολογική σειρά, στον βαθμό που θυμόμουν χρονολογίες. Η τουλάχιστον φαινομενική ύπαρξη του χρόνου ήταν ανέκαθεν για μένα μεγάλη πηγή ενόχλησης – τι να κάνουμε όμως που έτσι είθισται να βλέπουμε τα πράγματα. Γι’ αυτή τη φορά, λοιπόν, υποχωρώ.

17.00
Προσφορά!

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Προυστ

Σάμιουελ Μπέκετ

Στις 15 Ιουνίου 1930 ο Μπέκετ ενημερώνεται την τελευταία στιγμή για έναν διαγωνισμό ποίησης με θέμα τον χρόνο. Η προθεσμία είναι τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας. Θα υποβάλει ένα ποίημα 98 στίχων και θα κερδίσει το πρώτο βραβείο, εντυπωσιάζοντας τα μέλη της επιτροπής. Λίγες εβδομάδες αργότερα θα του προτείνουν να γράψει μια μονογραφία για τον Μαρσέλ Προυστ, με μέγιστη έκταση 17000 λέξεις. Ο Μπέκετ θα δεχθεί. Είναι είκοσι τεσσάρων ετών και ήδη στις δημοσιεύσεις του στα διάφορα περιοδικά εμφανίζεται ως Ιρλανδός ποιητής και δοκιμιογράφος. Η μονογραφία για τον Προυστ θα είναι μια καλή ευκαιρία να συνυπάρξουν σε ένα κείμενο η αγάπη του για τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και την ποίηση, με αφορμή το έργο ενός συγγραφέα· αλλά και η ευκαιρία να εμβαθύνει στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο.

Το δοκίμιο του Μπέκετ για τον Προυστ θα προκαλέσει αρκετή αμηχανία. Απαντάει εμμέσως σε όλες τις κριτικές της εποχής, αλλά ταυτόχρονα προεκτείνει και τις θέσεις του ίδιου του Προυστ. Η πρωτοτυπία της ανάγνωσής του οφείλεται στη μεγάλη χρονική απόσταση που δείχνει να παίρνει από το έργο. Ο Μπέκετ εμφανίζεται ως παρατηρητής-αναγνώστης που διαβάζει μάλλον έναν κλασικό συγγραφέα παρά κάποιον σύγχρονό του. Είναι επίσης ο πρώτος αναγνώστης και κριτικός του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο που κινητοποιεί τόσο πολλούς φιλοσόφους και ρεύματα σκέψης.

Θα υποδείξει, για πρώτη φορά, συγγένειες του έργου του Προυστ με τον Λόγο περί μεθόδου του Καρτέσιου, τη Μοναδολογία του Λάιμπνιτς και τη θεματική της φιλίας στον Νίτσε. Ωστόσο, μεγαλύτερη συνεισφορά του μπορεί να θεωρηθεί η ανάδειξη της συνάφειας που υπάρχει ανάμεσα στο έργο του Προυστ και τη σκέψη του Σοπενάουερ: Είμαστε μόνοι. Δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούν να μας γνωρίσουν.

Original price was: €12.00.Η τρέχουσα τιμή είναι: €10.80.

Ντανιέλ Ζουανά

Το βιβλίο της Ζουανά καταδύεται στις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων περί θανάτου, περί μετά θάνατον ζωής και ψυχής, σ’ ένα εύρος αρκετών αιώνων ιστορίας και γραμματείας. Η εξέλιξη των ιδεών σχετικά με τον θάνατο, όπως αποτυπώνονται σε έργα λογοτεχνίας, ιστορίας, φιλοσοφίας και ρητορικής, δεν αποκαλύπτει μόνο το ανάγλυφο των τελετουργιών και των συνηθειών στο πέρασμα των εποχών, αλλά επίσης το πλέγμα αξιών και νοημάτων που γεννιούνται, αναπτύσσονται και πεθαίνουν γύρω από αυτό το κορυφαίο γεγονός: ζητήματα κοινωνικής τάξης και καταγωγής, κοινωνικού φαντασιακού, σχέσεων εξουσίας, αντιλήψεων περί δικαιοσύνης, φιλοσοφικών και μεταφυσικών παραδοχών ανακύπτουν καθώς περιδιαβαίνουμε στα κείμενα από τον Όμηρο μέχρι τον Πλούταρχο και τους Λατίνους στοχαστές.

Στην περιήγηση αυτή παρατίθενται πλείστα αποσπάσματα της αρχαϊκής, κλασικής, ελληνιστικής και λατινικής γραμματείας, τα οποία -πέρα από τον σχολιασμό της συγγραφέως που τα συνοδεύει πιστά- αποκαλύπτουν αυτούσιες τις ιδέες που πλαισιώνουν τις αφηγήσεις και τις αναπαραστάσεις για τον κάτω κόσμο σε κάθε χρονική περίοδο.

21.00