Βλέπετε 49–60 από 688 αποτελέσματα

Ξένη λογοτεχνία

Γουέιτζερ

Ντέιβιντ Γκραν

22.00

Στις 28 Ιανουαρίου 1742 ένα μισοδιαλυμένο πλοιάριο, με τα πανιά κουρελιασμένα και το κατάρτι κομμάτια, ξεβράστηκε στις ακτές της Βραζιλίας. Επιβάτες του ήταν τριάντα άντρες, σχεδόν ολότελα αποστεω­μένοι. Τα όσα αφηγήθηκαν έμοιαζαν απίστευτα.

Οι άντρες ανήκαν στο πλήρωμα του Πλοίου της Αυτού Μεγαλειότητος Γουέιτζερ. Το Γουέιτζερ, που είχε αποπλεύσει δύο χρόνια νωρίτερα από την Αγγλία για να εκτελέσει μια μυστική αποστολή, τσακίστηκε σ’ ένα ερημονήσι στ’ ανοιχτά της Παταγονίας. Μετά από μήνες στο αφιλό­ξενο νησί οι άντρες εκείνοι κατάφεραν να κατασκευάσουν ένα θλιβερό πλεούμενο και να διασχίσουν μ’ αυτό πάνω από 3.000 μίλια άγριας θάλασσας. Τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες.

Έξι μήνες αργότερα ένα άλλο, ακόμα πιο άθλιο πλοιάριο ξεβράστηκε στις ακτές της Χιλής. Σ’ αυτό επέβαιναν μονάχα τρεις άντρες, οι οποίοι αφηγήθηκαν μια πολύ διαφορετική ιστορία: οι τριάντα ναυτικοί που είχαν φτάσει στη Βραζιλία δεν ήταν ήρωες ― ήταν στασιαστές.

Η διαμάχη που ακολούθησε, με εκατέρωθεν κατηγορίες για ανταρσία, προδοσία και φόνο, υποχρέωσε το Ναυαρ­χείο να διατάξει δίκη ώστε να κριθεί ποιος έλεγε αλήθεια. Τον ένοχο τον περίμενε η κρεμάλα.

Έργο πολυετούς έρευνας σε αδημοσίευτα αρχεία και πηγές αλλά και επιτόπιας εξακρίβωσης, το Γουέιτζερ μιλά για το τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος σε συνθήκες αληθινά ακραίες: το μεγαλειώδες και μαζί το ελεεινό.

Πέτερ Χάντκε

14.00

Η πόρτα άνοιγε με κέρμα του ενός σελινιού, κι όταν την κλείδωσα πίσω μου, ένιωσα πρώτα-πρώτα μια κάποια θαλπωρή ή το συναίσθημα πως ήμουν σε καλά χέρια. Ξάπλωσα χωρίς να το πολυσκεφτώ πάνω στα πλακάκια του δαπέδου, βάζοντας το σακίδιο για προσκέφαλο. Ο καμπινές ήταν βέβαια τόσο μικρός, ώστε ούτε κατά διάνοια δεν μπορούσε κανείς να τεντωθεί, οπότε λοιπόν κι εγώ κουλουριάστηκα εν είδει ημικυκλίου γύρω από τη λεκάνη, με το κεφάλι ακουμπισμένο στον πίσω τοίχο. Το φως σ’ αυτό το μάλλον ευρύχωρο δημόσιο αφοδευτήριο, πολύ ζωηρό, κατάλευκο, έμενε αναμμένο όλη τη νύχτα κι έφτανε ελάχιστα μόνο χαμηλωμένο στον καμπινέ, που ήταν ανοιχτός από πάνω αλλά, στο φάρδος παιδικού ποδιού, και από κάτω. Σκεπασμένος με μερικά ρούχα από το σακίδιο προσπάθησα να διαβάσω, τους «Μπούντενμπροκ» του Τόμας Μαν, που μάλλον με ξένιζαν για καιρό, αλλά ξαφνικά την προηγουμένη στο Ραντεντχάιν με είχαν συνεπάρει και ενθουσιάσει, εκεί στο τέλος όταν έρχεται η έσχατη ώρα και ο ετοιμοθάνατος αρχίζει να διαλογίζεται την τελευτή με εντελώς ανάλαφρο τρόπο.

Το πιο απροσδόκητο από τα πέντε «δοκίμια» του νομπελίστα Πέτερ Χάντκε έχει ως αντικείμενο το «μέρος», και μάλιστα σε όλες τις εκδοχές του, από τον απόπατο στο αγροτόσπιτο του παππού μέχρι τα περίτεχνα αποχωρητήρια των ιαπωνικών ναών. Ποιος θα περίμενε ότι αυτός ο δεξιοτέχνης της εσωτερικότητας θα έστρεφε κάποτε την προσοχή στο πιο αποσιωπημένο και ανάδελφο αναχωρητήριο της καθημερινής ζωής; Στο αφήγημα αυτό του Αυστριακού συγγραφέα το θέμα δεν είναι βέβαια τα τεκταινόμενα στην τουαλέτα, αλλά η ανατομία της στιγμιαίας αναχώρησης από τη φορτική πολυκοσμία και λογοδιάρροια των ανθρώπων που σου κόβει μερικές φορές τη λαλιά. Υπ’ αυτό το πρίσμα το κάθε αποχωρητήριο γίνεται μια μικρή ουτοπία, προσωρινό καταφύγιο από την τύρβη. Δεν πρόκειται για άρνηση του κόσμου, αλλά για μια συνειδησιακή ανάπαυλα πριν επανέλθει κανείς με νέα ευγλωττία σ’ αυτόν ακριβώς τον αναπόφευκτο κόσμο. Ο Πέτερ Χάντκε γεννήθηκε το 1942 στην Καρινθία της Αυστρίας. Η μητέρα του ήταν σλοβενικής καταγωγής και ο πατέρας του Γερμανός στρατιώτης. Σπούδασε νομικά στο Γκρατς, αλλά διέκοψε τις σπουδές του το 1966, όταν δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Σφήκες. Την ίδια χρονιά ανέβηκε στη Φρανκφούρτη σε σκηνοθεσία Κλάους Πάιμαν το θρυλικό θεατρικό του Βρίζοντας το κοινό. Χαλκέντερος συγγραφέας, ο Χάντκε δημοσίευσε έκτοτε δεκάδες μυθιστορήματα, νουβέλες και θεατρικά έργα και θεωρείται πια ένας από τους κλασικούς μοντέρνους του 20ού αιώνα. Μετέφρασε επίσης ξένους συγγραφείς στα γερμανικά, μεταξύ άλλων τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία. Το 2019 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Από την Εστία, σε μετάφραση Σπύρου Μοσκόβου, κυκλοφορούν η νουβέλα Η μεγάλη πτώση, Η ανέμελη δυστυχία, Η δεύτερη μάχαιρα και το Δοκίμιο για το αποχωρητήριο, Θα ακολουθήσουν τα: Περί κοπώσεως και Περί επιτυχημένης μέρας.

 

Ξένη λογοτεχνία

Τα τρία φώτα

Κλερ Κίγκαν

11.00

Ένα σύγχρονο κλασικό, μια σπαρακτική ιστορία για τα παιδικά χρόνια, την απώλεια, και πρωτίστως την αγάπη.

Βρισκόμαστε στην ιρλανδική επαρχία, στην κάψα του καλοκαιριού. Ένας πατέρας πηγαίνει το μικρό κορίτσι του να ζήσει με κάποιους συγγενείς, στο αγρόκτημά τους∙ η μικρή δεν γνωρίζει πότε, ή ακόμα και αν, θα την ξαναπάρουν πίσω στο σπίτι της. Στο σπίτι των Κινσέλα, βρίσκει στοργή και ζεστασιά, πράγματα που ως τότε δεν είχε νιώσει ποτέ, κι έτσι σιγά σιγά, ζώντας μαζί τους, το κορίτσι ανθίζει. Στο νέο αυτό σπιτικό όμως, όπου όλα είναι τόσο φροντισμένα, υπάρχει κάτι που παραμένει ανείπωτο – κι αυτό το καλοκαίρι σύντομα θα τελειώσει.

Κωστής Γκοτσίνας

20.00

Τι κοινό έχουν μια γυναίκα που επιχειρεί να πηδήξει από το μπαλκόνι ξενοδοχείου της οδού Σταδίου αγκαλιά με την κόρη της, ένας άνδρας αγνώστων στοιχείων που βρίσκεται αναίσθητος στην Πλατεία Συντάγματος, μια νεαρή που μεταμφιέζεται σε άνδρα και περιπλανιέται νύχτα σε κακόφημες συνοικίες του Πειραιά, ένας μουσικός που εξορίζεται σε νησί του Αιγαίου, μια Γερμανοεβραία παιδαγωγός που δίνει τέλος στη ζωή της στην Αθήνα, ένας εύπορος ομογενής που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Αίγυπτο; Πρόκειται για πρόσωπα που η ζωή τους σημαδεύτηκε από τα ναρκωτικά στις αρχές του 20ού αιώνα, σε μια μεταιχμιακή εποχή, όταν ουσίες μέχρι πρότινος νόμιμες απαγορεύτηκαν.

Το “Επί της ουσίας” αφηγείται πώς η χρήση και η εμπορία ναρκωτικών έγιναν ποινικό αδίκημα και συνάμα αναδείχτηκαν σε κοινωνικό πρόβλημα, σε μια διαδικασία που συμπαρέσυρε ατομικά πεπρωμένα και διαμόρφωσε δημόσιες πολιτικές. Με βάση νομοθετικές διατάξεις, αστυνομικά αρχεία, διπλωματικά έγγραφα, εγκληματολογικές, ιατρικές και ψυχιατρικές πηγές, αρθρογραφία στον Τύπο, λογοτεχνικά κείμενα και άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, όπως το ρεμπέτικο, το βιβλίο εξετάζει τις μορφές και την έκταση που πήρε η χρήση ναρκωτικών στην Ελλάδα. Μελετά τον ρόλο που διαδραμάτισαν αφενός το θεσμικό πλαίσιο και αφετέρου οι κοινωνικές αναπαραστάσεις για τα ναρκωτικά. Διερευνά σε ποιον βαθμό οι εξελίξεις αυτές συνδέονταν με διεθνείς τάσεις και ποιες ήταν οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης.

Όμως το βιβλίο δεν είναι μονάχα η ιστορία της εμφάνισης ενός νέου κοινωνικού φαινομένου. Αναλύει συγχρόνως ευρύτερες ανησυχίες της ελληνικής κοινωνίας που εκφράστηκαν μέσα από τους λόγους περί “τοξικομανίας” και εξηγούν γιατί η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών τροφοδότησε εντέλει έναν “ηθικό πανικό” δυσανάλογο με τις διαστάσεις του φαινομένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η “Ιστορία των ναρκωτικών στην Ελλάδα” φιλοδοξεί να συμβάλει στον νηφάλιο δημόσιο διάλογο περί εξαρτησιογόνων ουσιών, σε μια περίοδο όπου οι βεβαιότητες και οι πολιτικές για τα ναρκωτικά τίθενται σε ριζική επαναδιαπραγμάτευση.

Ποίηση

Λιποτάχτες

Γιάννης Θεοδωράκης

10.60

Αρχές της δεκαετίας του 1950, την εποχή που γράφονταν τα ποιήματα της συλλογής «Λιποτάχτες», ο Γιάννης Θεοδωράκης (1932 – 1996) ήταν τελειόφοιτος Γυμνασίου στον Γαλατά των Χανίων· εκεί, όπου ο αδελφός του, Μίκης, φτάνει στις 23 Αυγούστου του 1949 με το ατμόπλοιο «Ελένη», σοβαρά τραυματισμένος από τα βασανιστήρια της Μακρονήσου. Ο Εμφύλιος στην Κρήτη είχε λήξει ένα χρόνο νωρίτερα από τις τελευταίες μάχες στον Γράμμο και το Βίτσι, και η καταδίωξη των εναπομεινάντων Κρητικών ανταρτών συνεχιζόταν μέσα σε ένα καθεστώς φόβου και τρομοκρατίας του τοπικού
πληθυσμού από την πλευρά των κυβερνητικών δυνάμεων, της Χωροφυλακής, της Εθνοφυλακής και των παρακρατικών συμμοριών.

Τέσσερα από αυτά τα ποιήματά του –με τίτλους: «Θα γίνεις δικιά μου» (στο «Όμορφη Πόλις»), «Δακρυσμένα μάτια», «Σκέπασε ατμός τον έρωτά μας» και «Χάθηκα»– μελοποιήθηκαν από τον Μίκη την περίοδο 1952-1954 και ηχογραφήθηκαν το 1960 στο παλιό στούντιο της «Columbia», με τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη στο τραγούδι, τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι, τον Δημήτρη Φάμπα στην κιθάρα και τον Σπύρο Λιβιεράτο «Καζάνα» στα κρουστά. Τίτλος του πρώτου ολοκληρωμένου κύκλου τραγουδιών: «Λιποτάκτες».

Έναν χρόνο πριν από τη δισκογράφησή του σε 45άρι, με πρωτοβουλία του Μίκη, κυκλοφόρησε από τις «Εκδόσεις Δίφρος» του Γιάννη Γουδέλη –με τον οποίο ο Μίκης συνυπηρέτησε για ένα διάστημα στο Κέντρο Διερχομένων, στην Αθήνα– η ομώνυμη ποιητική συλλογή του αδελφού του. Εξήντα τέσσερα χρόνια μετά, οι «Λιποτάκτες» του Γιάννη Θεοδωράκη επανακυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Το artwork του εξωφύλλου είναι του Πέτρου Παράσχη.

***

Α´
Αυγή αφράτη
τσεκουριά στην πλάτη
απ’ τις καμινάδες ξέφυγε η καπνιά
και κρεμάστηκε στα παράθυρά μας
σκέπασε ατμός τον έρωτά μας
τη νύχτα απόλυτη γαλήνη
στα κρεμαστάρια
σφαχτάρια
τα ρούχα μας.

Δ´
Δακρυσμένα μάτια
νυσταγμένοι κήποι
όνειρα κομμάτια
ας ήτανε να ζω
στους μεγάλους δρόμους
κάτω απ’ τις αφίσες
στα χιλιάδες χρώματα
ας ήταν να βρεθώ
να ’ταν η καρδιά μου
γελαστό αστέρι
να ’ταν η ματιά μου
δίκοπο μαχαίρι
αστραφτερό σπαθί
μες στο μεσημέρι.

Αντρέ Μπρετόν

11.66

Ο σουρεαλισμός δεν επιτρέπει σε εκείνους που επιδίδονται σε αυτόν να παραιτηθούν όταν τους ευχαριστεί. Τα πάντα οδηγούν στην πίστη ότι επενεργεί στο μυαλό με τον τρόπο των ναρκωτικών· όπως κι αυτά, δημιουργεί μια ορισμένη κατάσταση ανάγκης και μπορεί να ωθήσει τον άνθρωπο σε τρομερές εξεγέρσεις. Είναι ένας τεχνητός παράδεισος· κι ακόμη –η ανάλυση των μυστηριωδών επιπτώσεων και των ξεχωριστών απολαύσεων που μπορεί να προκαλέσει ο σουρεαλισμός– παρουσιάζεται σαν ένα καινούριο βίτσιο που δεν πρέπει να είναι ίδιο ορισμένων ανθρώπων.

Συλλογικό

15.90

Η παρούσα έκδοση παρουσιάζει τρεις συλλογές επιστολών, γράμματα που έστελναν τρεις Εβραίες μητέρες από το γκέτο της Θεσσαλονίκης στους γιους τους στην Αθήνα, μερικές εβδομάδες ή μέρες πριν την αναχώρησή τους προς το Άουσβιτς. Οι συγκλονιστικές αυτές μαρτυρίες δίνουν μια μοναδική ματιά στη ζωή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην Κατοχή, μέσα από περιγραφές αυτόπτων μαρτύρων. Δείχνουν πώς οι ίδιες οι μητέρες αντιλαμβάνονταν και ζούσαν τα γεγονότα, μέσω μιας γυναικείας οπτικής που τόσο συχνά απουσιάζει από την ιστοριογραφία. Αυτό το σπάνιο υλικό, τόσο για τη Θεσσαλονίκη όσο και για όλη την Ευρώπη, ανοίγει το δρόμο για νέες προσεγγίσεις των γεγονότων από τους μελετητές και μας επιτρέπει να φωτίσουμε άγνωστες πτυχές της ιστορίας. Οι τελευταίες επιστολές των τριών μητέρων, γεμάτες πόνο και δάκρυ, είναι μια πραγματική παρακαταθήκη γεμάτη συμβολισμούς και μηνύματα, από την καρδιά των θυμάτων της μεγαλύτερης τραγωδίας που γνώρισε η ανθρωπότητα.

 

Σουζάνα Αντωνακάκη

35.00

Η Μαρία Σουζάνα Κολοκυθά-Αντωνακάκη (1935–2020) είναι η πιο γνωστή Ελληνίδα αρχιτέκτονας της γενιάς της, εντός και εκτός των συνόρων της χώρας μας. Η ενεργή παρουσία της στην αρχιτεκτονική σκηνή για έξι δεκαετίες, από την ολοκλή­ρωση των σπουδών της στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο το 1959 μέχρι το τέλος της ζωής της το 2020, είναι από μόνη της εντυπω­σιακή. Μολαταύτα, τα περισσότερα κείμενα από τις δημόσιες ομιλίες και διαλέξεις των έξι αυτών δεκαετιών της σταδιοδρομίας της παρέμεναν έως σήμερα αδημοσίευτα ή δυσεύρετα.

Ισορροπώντας ανάμεσα στις αναφορές της στους κόσμους της φιλοσοφίας και των καλών τεχνών, η Αντωνακάκη αποτελούσε η ίδια την ενσάρκωση της βαθιάς της πεποίθησης ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί πολιτισμικό αγαθό. Τα κείμενά της αναπτύσσονται γύρω από ζητήματα όπως: η ποιητική σύλληψη του κτισμένου περιβάλλοντος της καθημερινότητάς μας, η σημασία των ορίων, της κίνησης και των μεταβάσεων στην αρχιτεκτονική, η χρήση του χρώματος στην αρχιτεκτονική και στην πόλη, η θεατρικότητα και η κατοίκηση, οι σχέσεις χρόνου και χώρου στην αρχιτεκτονική, ο διάκοσμος και η ποιητική διάσταση των αντικειμένων της καθημερινής ζωής, η αρχιτεκτονική της πολυκατοικίας και η συσχέτιση της ελληνικής πόλης με τον τόπο και το φυσικό περιβάλλον. Γράφοντας ανοιχτόκαρδα για την τέχνη της, με τη χαρακτηριστική της ευρυμάθεια και ευαισθησία, η Αντωνακάκη προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό τα κλειδιά που του χρειάζονται για να μάθει να κοιτάζει με οξύτερο, κριτικό βλέμμα το χώρο όπου ζει και κινείται καθημερινά.

Ξένη λογοτεχνία

Νορίλσκ

Καρίλ Φερέ

12.51

Ο συγγραφέας αστυνομικών πολιτικών θρίλλερ Καρύλ Φερέ, δεινός ταξιδευτής σε πολλά μέρη του πλανήτη, δέχεται μια πρόταση από δύο εκδότριές του: να ταξιδέψει και να γράψει για μία από τις πιο τερατώδεις πόλεις του κόσμου, το Νορίλσκ στη μακρινή Σιβηρία, με το μεγαλύτερο ποσοστό μόλυνσης της ατμόσφαιρας, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται ανάμεσα στους 20 με 60 βαθμούς Κελσίου υπό το μηδέν.
Το παλιό γκουλάγκ, που έστησε ο Στάλιν για την εξόρυξη νικελίου και σπάνιων ορυκτών, σήμερα συνεχίζει να λειτουργεί από τον Πούτιν και τους ολιγάρχες, ενώ τα σοβιετικά κτίρια καταρρέουν. Κανείς δεν μπορεί να το επισκεφτεί χωρίς άδεια από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας, τη διάδοχο της ΚαΓκεΜπέ.

Προσδόκιμο ζωής των κατοίκων της οικτρό. Δυο μήνες το χρόνο απόλυτο σκοτάδι. Κρύο που το χειμώνα μπορεί να φτάσει και τους μείον 60 βαθμούς Κελσίου. Κανένα ζώο, κανένα δένδρο, τίποτα απολύτως. Ο συγγραφέας παραδόξως αποδέχεται την πρόταση και καλεί για συνοδό του έναν ήρωα κάποιων μυθιστορημάτων του: τον μονόφθαλμο Μακ Κας, το Τέρας με τα ευγενικά αισθήματα και τη μεγάλη τρέλα – αλλά αυτήν τη μοιράζονται.

Το βιβλίο είναι το χρονικό ενός ταξιδιού σε μια κόλαση όπου οι άνθρωποι που συναντάμε, μεταλλωρύχοι κυρίως, με τον τρόπο του Φερέ μας οδηγούν στο φως, χάρη στη δική τους τρέλα και στα δυνατά τους αισθήματα.
Από αυτό το ταξιδιωτικό χρονικό προέκυψε το σπουδαίο μυθιστόρημα του Καρύλ Φερέ Led – Πάγος του 2022.

Ξένη λογοτεχνία

Για την αγάπη της Έλενας

Γιασμίνα Χάντρα

15.50

Σε κάποιο ξεχασμένο χωριό της μεξικανικής πολιτείας της Τσιουάουα, η Έλενα και ο Ντιέγκο αγαπιούνται από μικρά παιδιά. Ως τη μοιραία ημέρα που η Έλενα βιάζεται μπροστά στα μάτια του έντρομου Ντιέγκο, ανίκανου εκείνη τη στιγμή να αντιδράσει για να τη βοηθήσει. Τα όνειρα της αιώνιας αγάπης τους γίνονται χίλια κομμάτια κι η Έλενα εγκαταλείπει το χωριό για το Χουάρες, μια από τις πιο επικίνδυνες πόλεις της χώρας, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Τα ίχνη της χάνονται και οι περιστάσεις οδηγούν τον Ντιέγκο να φύγει και να την αναζητήσει στην κόλαση της μεγαλούπολης όπου κυριαρχούν η παρανομία, η βία και τα καρτέλ. Ο Ντιέγκο, στην προσπάθειά του να ξαναβρεί τον έρωτα της ζωής του, θα βυθιστεί σταδιακά στη στυγνότητα και στη διαφθορά του Χουάρες και θα έρθει αντιμέτωπος με τους χειρότερους εφιάλτες. Με αφετηρία μια αληθινή ιστορία, ο Γιασμίνα Χάντρα αφηγείται δεξιοτεχνικά ένα σκληρό οδοιπορικό όπου η αθωότητα και η αγάπη παλεύουν να επιβιώσουν μέσα σ’ έναν κόσμο κυριολεκτικά ανελέητο.

Ξένη λογοτεχνία

Η πτήση του Ίκαρου

Ρεμόν Κενό

17.20

Παρίσι, 1896. Ένας συγγραφέας ονόματι Υμπέρ Λυμπέρ ανακαλύπτει σοκαρισμένος ότι ο Ίκαρος, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός του, έχει εξαφανιστεί και προσλαμβάνει τον ντετέκτιβ Μορκόλ για να τον βρει, ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει το έργο του. Έχοντας δραπετεύσει από τις σελίδες του χειρογράφου, ο Ίκαρος περιπλανιέται στο Μονπαρνάς, όπου μαθαίνει να πίνει αψέντι και να φλερτάρει, μπλέκοντας σε σπαρταριστές περιπέτειες και αναπτύσσοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα μέσα μεταφοράς. Σύντομα, το χειρόγραφο θα εγκαταλείψουν δύο ακόμα χαρακτήρες με σκοπό να αναζητήσουν τον Ίκαρο, ο οποίος στο μεταξύ έχει βρει δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων.

 

Ξένη λογοτεχνία

Θα γίνω ποτάμι

Σέλι Ριντ

17.70

Δεκαετία του 1940. Η δεκαεφτάχρονη Βικτόρια, η μόνη γυναίκα που έχει απομείνει στην οικογένεια Νας, έχει αναλάβει μόνη της το νοικοκυριό, ενώ οι άντρες δουλεύουν στο οικογενειακό κτήμα με ροδάκινα στην Αϊόλα του Κολοράντο. Ο Γουίλσον Μουν είναι ένας περιπλανώμενος νεαρός εκτοπισμένος από τη γη της φυλής του. Η τυχαία τους συνάντηση στη γωνία ενός δρόμου θα αλλάξει ριζικά τις ζωές τους. Και όταν τα πράγματα εξελιχθούν διαφορετικά απ’ ό,τι περίμεναν, η Βικτόρια θα εγκαταλείψει τη μόνη ζωή που γνώριζε ως τότε και θα απομονωθεί στην άγρια φύση, παλεύοντας να επιβιώσει. Οι εποχές αλλάζουν και η Βικτόρια βρίσκει στο πανέμορφο αλλά άγριο τοπίο το νόημα και τη δύναμη να προχωρήσει και να φτιάξει από την αρχή όλα όσα έχασε. Και θα το κάνει, ακόμα κι όταν ο ποταμός Γκάνισον απειλήσει να πνίξει τον τόπο της – τα σπίτια, τις φάρμες και το λατρεμένο οικογενειακό τους κτήμα.

Μια εκθαμβωτική διερεύνηση του φυσικού κόσμου, που σιγά σιγά αλλάζει, και ταυτόχρονα ένα αλησμόνητο μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Μας φανερώνει τι σημαίνει να οδηγείς τη ζωή σου σαν να είναι ποτάμι – να συγκεντρώνεσαι και να ρέεις, να βρίσκεις τον δρόμο προς τα εμπρός, ακόμα κι όταν το ποτάμι έχει φράξει.

Μια συγκινητική ιστορία για την απώλεια, αλλά και μια ιστορία για το πώς βρίσκεις σπίτι, οικογένεια, δύναμη –και αγάπη– εκεί που δεν το περιμένεις.